Share

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Κοντογιώργης Γιώργος-Το ελληνικό πρόβλημα: το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση

Το ελληνικό πρόβλημα: το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση

E-mailΕκτύπωσηPDF
Γιώργος Κοντογιώργης
1. Το δραματικό περιεχόμενο με το οποίο σημάνθηκε η ελληνική κρίση ανάγεται ευθέως στον χαρακτήρα της. Ενώ στις άλλες χώρες (Ιρλανδία, ΗΠΑ κλπ) η οικονομική κρίση συνδέεται με την ανατροπή της ισορροπίας που επήλθε μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς στο παγκόσμιο σύστημα[1], στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι πρωτογενής αιτία της κρίσης. Η ελληνική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών, δεν ενεπλάκησαν ούτε άμεσα ούτε σχεδόν έμμεσα στη διεθνή κρίση. Το κράτος μετακύλυσε την κρίση στη χώρα, την εξέθεσε στο διεθνές (και ευρωπαϊκό) πεδίο και τη μετέβαλε σε «παίγνιο» και, ενπολλοίς, σε «πειραματόζωο» των εξελίξεων που συντελούνται σ’ αυτό.
Όντως, στις άλλες χώρες το πολιτικό σύστημα ενέχεται για την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας και αγοράς, με την ολοκληρωτική καθυπόταξη του κράτους στο διατακτικό της τελευταίας. Το κράτος όμως θα εξακολουθήσει να παρέχει υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, καθώς η κοινωνία παραμένει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον σκοπό της πολιτικής. Εξού και, στις άλλες χώρες, το κράτος είχε τη δυνατότητα και τη βούληση να αναλάβει τον ρόλο του διασώστη του οικονομικού συστήματος, λαμβάνοντας τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα. Αντιθέτως, στην ελληνική περίπτωση, η άρση των αιτίων της κρίσης ανεδείχθη σε διακύβευμα που συνέχεται ευθέως με τον χαρακτήρα του κράτους. Όντως, η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει την εξυπαρχής ανασυγκρότηση του κράτους και τον αναπροσανατολισμό του σκοπού της πολιτικής, ώστε να αναφέρεται στοιχειωδώς στο κοινό συμφέρον.
Για να κατανοήσουμε το «ελληνικό πρόβλημα» πρέπει να έχουμε επίγνωση του χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εγκαλείται για τη βαθιά ριζωμένη ιδιοποίησή του και, συνάμα, για τον εκφαυλισμό του κρατικού μηχανισμού από το πολιτικό προσωπικό και τις δυνάμεις της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής. Εγκαλείται επίσης για την εγκατάσταση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που διέρχεται από την «απο-συλλογικοποίηση» του κοινωνικού ιστού και, συγκεκριμένα, από την προσωπική εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό. Έχω αναλύσει αλλού την αιτιολογία της δυσπλασίας αυτής του νεοελληνικού κράτους και των στρεβλώσεων που συνεπάγονται στη λειτουργία του[2]. Περιορίζομαι να υπογραμμίσω απλώς ότι η παθογένεια αυτή δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Συνθέτει τη σταθερά του από τη δεκαετία του 1830. Η μεταπολίτευση, μπορεί να ορισθεί απλώς ως η ολοκληρωτική επιστροφή του πολιτικού συστήματος στο καθεστώς της φαυλοκρατίας /κομματοκρατίας του β’ ημίσεως του 19ου αιώνα. Το κράτος αυτό είναι ευθέως υπόλογο για την αποδόμηση του ιστορικού ελληνισμού και την παραρτηματική πρόσδεση της ελληνικής κοινωνίας στο ηγεμονικό σύμπλεγμα της Εσπερίας.
Η εγγενής αυτή παθογένεια του ελληνικού κράτους αποδίδεται, από την κρατική διανόηση, στην κοινωνία και στις κληρονομίες της. Η ελληνική κοινωνία, θα ισχυρισθεί, προσομοιάζει σε μια λατινοαμερικανικού τύπου περιφερειακή κοινωνία, που παρασύρει το κράτος σε μη «ευρωπαϊκές» συμπεριφορές. Περιττεύει να πω ότι η διάγνωση αυτή είναι στοχευμένη ιδεολογικά και, σε κάθε περίπτωση, ολοκληρωτικά εσφαλμένη. Το ελληνικό πρόβλημα είναι υπόλογο της αναντιστοιχίας του νεοτερικού κράτους προς το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας. Το κράτος αυτό ενσαρκώνει ολοκληρωτικά το πολιτικό σύστημα, περιάγοντας την κοινωνία στο καθεστώς του ιδιώτη. Κατά τούτο, προσιδιάζει σε προ-πολιτικές κοινωνίες, όπως οι δυτικοευρωπαϊκές που μόλις εξέρχονταν από τη δεσποτική φεουδαρχία, όχι όμως στην ελληνική, που στη μικρή κλίμακα των κοινών συγκροτούσε ως επί το πλείστον δήμο[3].
Θεμελιώδες γνώρισμα του νεοελληνικού κράτους, είναι ότι έχει αγκιστρωθεί επί της ελληνικής κοινωνίας ενείδει παρασίτου που κατέχει και απομυζά το παραγωγικό, πολιτισμικό και ιστορικό της υπόβαθρο. Συμβαίνει, μάλιστα, να χρεώνει την ιδιότητα αυτή στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, προκειμένου να την αποσείσει. Η παρασιτική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού από το κράτος εξηγεί τη χαοτική απόσταση που υπάρχει μεταξύ πολιτικού λόγου και πολιτικής πράξης, το γεγονός ότι ο δημόσιος ρόλος του κράτους σταματάει εκεί που έπρεπε να αρχίζει, ότι απουσιάζει από αυτό η έννοια της "δημόσιας" αποτελεσματικότητας, του ελέγχου και της κύρωσης του προσωπικού του, καθώς και της εφαρμογής της νομιμότητας. Έτσι, για παράδειγμα, από τη στιγμή που ψηφίζεται ο νόμος για την οδική κυκλοφορία, το κράτος εγκαταλείπει την εφαρμογή του στην "καλή θέληση" των Ελλήνων. Το ίδιο ισχύει ανεξαιρέτως σε όλους τους τομείς. Συγχρόνως, ο πολίτης για να απολαύσει τις υπηρεσίες που δικαιούται, όπως σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία, πρέπει να έχει "μέσον". Σε γενικές γραμμές, το κομματικό σύστημα, από διαμεσολαβητής της κοινωνίας και διαχειριστής του κράτους, λειτουργεί ως επικαρπωτής του. Η κομμματοκρατία, ως πολιτικό σύστημα, αποδίδει τη σταθερά του ελληνικού πολιτικού συστήματος και ορίζει το σκοπό των πολιτικών του κράτους[4].
Η κοινωνία, στην κομματοκρατία, δεν αντιμετωπίζεται ως η αιτία της ύπαρξης του κράτους, αλλά ως ο μείζων εχθρός που απειλεί το κεκτημένο της πολιτικής τάξης. Η κομματική αντιπαλότητα αποτελεί επιμέρους ζήτημα, που αφορά στη νομή του κράτους. Κατά τούτο, η έννοια του πολιτικού κόστους περιλαμβάνει αποκλειστικά την αντίδραση των ομάδων συμφερόντων που έχουν διαπλακεί με την πολιτική τάξη στη διαχείριση της εξουσίας και έχουν συνάψει ειδικά προνόμια μαζί της, με λάφυρο τη (δημόσια) περιουσία της κοινωνίας. Όταν αντιθέτως εγείρεται θέμα συμμόρφωσης της πολιτικής τάξης με την βούληση της κοινωνίας, οι φορείς της δηλώνουν με έπαρση, ότι δεν παρασύρονται από την δημοσκοπούμενη «κοινή γνώμη». Και αυτό είναι αληθές.

2. Στο πλαίσιο αυτό, σπεύδω να επισημάνω ότι η βαρύτητα της ελληνικής κρίσης και το κλίμα του αδιεξόδου που πλανάται πάνω από τη χώρα, συνέχεται με το γεγονός ότι από πουθενά δεν προκύπτει η πρόθεση της πολιτικής τάξης να την απαλλάξει από το καθεστώς της. Ο χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης, το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα, ο υπαίτιος της κρίσης, καλείται να βγάλει την χώρα από αυτήν, στοιχειοθετεί το αδιέξοδο της. Διότι η πολιτική τάξη ούτε νομιμοποιείται γι’αυτό ούτε έχει συμφέρον ούτε και τη σχετική πρόθεση, αφού θα σηματοδοτήσει το τέλος του ιστορικού καθεστώτος πάνω στο οποίο θεμελίωσε την ηγεμονία της επί της ελληνικής κοινωνίας. Εξού και δεν επέδειξε την παραμικρή μεταμέλεια έναντι της κοινωνίας.
Αξίζει να προσεχθεί ότι η διαπίστωση της κρίσης δεν οδήγησε στην κινητοποίηση του πολιτικού συστήματος για τη διάσωση της χώρας. Όλες οι δράσεις του πολιτικού προσωπικού προετοίμασαν το έδαφος για την υπαγωγή της σε διεθνή επιτροπεία. Με αποτέλεσμα, οι συνέπειες για την χώρα να γίνουν πολλαπλασίως επαχθέστερες. Στο νέο αυτό περιβάλλον, οι πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να προσποιούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται το πρόβλημα: ταξινομούνται στους υπέρ ή κατά του μνημονίου, ενώ διέρχονται εν σιωπή το ζήτημα της άρσης των αιτίων που οδήγησαν σ΄αυτό. Η κατάρρευση του κράτους επιχειρείται να εμφανισθεί ως υπόθεση ολίγων μηνών πριν ή μετά τις εκλογές, δηλαδή ως ευθύνη του ενός ή του άλλου κομματικού μονομάχου. Χωρίς να αμφισβητούνται οι ευθύνες του τέλους, είναι δεδομένο ότι τα θεμέλια της τωρινής κρίσης ανάγονται στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με ξεχωριστή την εμπλοκή των Α. Παπανδρέου, Κ. Σημίτη και Κ. Καραμανλή. Και οπωσδήποτε, ενέχεται σ'αυτήν το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων.

3. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η έξοδος από την κρίση έχει μεταβληθεί σε διακύβευμα εναλλαγής στην εξουσία και όχι σε πρόταγμα για τη σωτηρία της χώρας. Ο πολιτικός διάλογος οριοθετεί, όπως είδαμε, τους υπέρ ή τους κατά του μνημονίου και όχι την άρση των αιτίων του. Αν επιχειρήσουμε μια αποτίμηση των μέτρων που ελήφθησαν μετά το μνημόνιο -ή που προτάθηκαν από την αντιπολίτευση-, διαπιστώνουμε ότι έχουν όλα είτε μονοσήμαντο εισπρακτικό περιεχόμενο, με αποδέκτες τα συνήθη υποζύγια -τους εμφανείς φορολογούμενους- είτε ως μέτρο τη μετάλλαξη της εργασίας των πολιτών σε εμπόρευμα. Η ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος και του κράτους δεν εμπεριέχονται στις προγραμματικές πολιτικές των κομμάτων.
Η επίκληση ορισμένων όλως ενδεικτικών παραδειγμάτων διευκρινίζουν νομίζω επαρκώς το κλίμα αυτό. Παρατηρούμε ότι ο περιορισμός των δαπανών δεν περιλαμβάνει τους τομείς που θα έθιγαν το πολιτικό σύστημα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι η πάταξη της φοροδιαφυγής, η ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης ώστε να καταστεί αποτελεσματική, να εναρμονισθεί με το δημόσιο σκοπό της, να γίνει φιλική προς το πολίτη ή να συνδράμει την παραγωγική ανάταξη της χώρας, παρόλα όσο λέγονται, δεν περιλαμβάνεται στο πολιτικό πρόγραμμα της κομματοκρατίας.
Θα ανέμενε κανείς, ο περιορισμός των ελλειμμάτων να συνοδεύεται από μέτρα ανασύνταξης του θεσμού στον οποίο αναφέρονται, ώστε το όφελος που θα προκύψει από τον περιορισμό της σπατάλης και την πάταξη της διαφθοράς να αντισταθμίσει τις απώλειες, με την ποιοτική αναβάθμιση και την αποτελεσματικότητα του προσφερομένου έργου. Αυτό δεν συνέβη πουθενά. Ούτε στο στενό ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα . Και μάλιστα, παρά την ισχυρή πίεση της τρόικας, η οποία διαβλέπει στην εμμονή της πολιτικής τάξης να διατηρήσει ακέραιο το κεκτημένο της έναν μείζονα κίνδυνο για τα ζωτικά της συμφέροντα.
Παραμένει σημειολογικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πολιτικό προσωπικό δεν συναίνεσε, ούτε προσχηματικά, στη μείωση των απολαβών του, ενώ ο πολιτικός λόγος όλων των κομμάτων είναι πανομοιότυπος. Συμπεριφέρονται δηλαδή ως εάν η χώρα δεν βιώνει τη χειρότερη δοκιμασία από το 1922. Διαγκωνίζονται για την ενοχή των αντιπάλων, επιρρίπτοντας ο ένας την ευθύνη στον άλλον. Η συμφωνία όλων των κομμάτων στη διαφύλαξη, εν σιωπή, της ακεραιότητας του πολιτικού συστήματος, που συντηρεί την απόκοσμη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής και την αποπνικτική ατμόσφαιρα που σκεπάζει τη χώρα, είναι εντυπωσιακή.
Το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης και, συγκεκριμένα, της σύνδεσής της με τη δικαιοσύνη αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και τούτο διότι η εμμονή στην ολοκληρωτική ασυλία του πολιτικού προσωπικού υποδεικνύει τον αντίπαλο. Έναντι τίνος επιδιώκει να προστατευθεί η πολιτική τάξη; Προφανώς, έναντι της κοινωνίας. Η αλληλουχία αναχωμάτων προστασίας που έχουν υφανθεί με το Σύνταγμα, τους νόμους και την «πολιτεία» της Βουλής, ώστε να αποτραπεί ένας πιθανός έλεγχος της έκνομης συμπεριφοράς των μελών της, δεν έχει προηγούμενο στον σύγχρονο κόσμο. Ο πιο ευφάνταστος κακοποιός δεν θα είχε εφεύρει τόσους και τόσο περίτεχνους τρόπους προστασίας του. Προκαλεί ενδιαφέρον, εντούτοις, ότι ο τρόπος που η πολιτική τάξη διαχειρίζεται την εκτροπή από τη δημόσια λειτουργία της στο μέσον της κρίσης και της δημόσιας κατακραυγής που τη στοχοποιεί συλλήβδην ως λεηλατική και καταστροφέα της χώρας, δεν άλλαξε στο παραμικρό. Εν είδει παραδείγματος, αναφέρω ότι όχι μόνο δεν κατηγορήθηκε κανείς για την καταστροφή της χώρας, αλλά και οι ομολογημένες υποθέσεις σκανδάλων λαμβάνεται μέριμνα να κλείσουν με εύσχημο τρόπο και ανωδύνως. Ούτε λόγος να γίνεται για τον εγκλεισμό έστω και ενός πολιτικού προσώπου στη φυλακή, παρά την πίεση που ασκείται στο σύστημα από την κοινωνία και την τρόικα. Αν όλα τα δεινά που συσσώρευσε η πολιτική τάξη στην ελληνική κοινωνία, είχαν συμβεί στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου τουλάχιστον ο ηγετικός πυρήνας του κομματικού κατεστημένου, θα είχε αυτοκτονήσει από εντροπή ή έστω για να αποφύγει την ταπείνωση της φυλακής. Αντί άλλης αντίδρασης προσθέτω απλώς ότι τα κόμματα εισέπραξαν προκαταβολικά, στο μέσον της κρίσης, ατόφιες τις αποφασισθείσες από αυτά επιχορηγήσεις του κράτους, οι οποίες εκτιμάται ότι υπερβαίνουν, αναλογικά, κατά πολύ εκείνες των γαλλικών κομμάτων.
Στο γεγονός αυτό, πρέπει να συνεκτιμηθεί επίσης ότι η ασυλία αφορά μόνο στις αδικοπραγίες του ιδιωτικού βίου και στην κατάχρηση ιδίως δημοσίου χρήματος. Δεν καλύπτει την ευθύνη που προκύπτει από τις πολιτικές τους, οι οποίες τίθενται στο απυρόβλητο, υπεράνω του νόμου[5]. Ο πολιτικός δύναται να καταστρέψει τη χώρα και να το ομολογήσει, «αναλαμβάνοντας» την πολιτική ευθύνη. Δεν υπόκειται όμως στην δικαιοσύνη, ούτε αναγνωρίζεται στον πολίτη έννομο συμφέρον για τη βλάβη που υπέστη. Κατά τα λοιπά, το σύστημα ορίζεται ως αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικό[6].
Ενώ όμως ο πολιτικός αυτο-τοποθετείται ολοκληρωτικά στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης και, κατ'επέκταση, της κοινωνίας, στη συνέχεια την εγκαλεί ως διεπομένη από την «ψυχολογία του όχλου και της μάζας» και ως απειλή για τη "δημοκρατία ", όταν στην απελπισία της επικαλεσθεί το μόνο όπλο που της απομένει, την αυτοδικία. Το ερώτημα, στο πλαίσιο αυτό, παραμένει αναπάντητο: πώς δικαιολογείται, ο υπαίτιος της κρίσης να επιμένει ότι είναι ο μόνος αρμόδιος να θεραπεύσει το πρόβλημα, όταν μάλιστα δεν επιδεικνύει την παραμικρή μεταμέλεια, εξακολουθεί να διαφεύγει τον έλεγχο και, μάλιστα, συμπεριφέρονται με τον τρόπο που οδήγησε στην κρίση;

4. Η θεσμική αυτή θωράκιση της πολιτικής τάξης έναντι της κοινωνίας, συμβαδίζει με ανάλογες πολιτικές που δείχνουν ότι εννοεί να πορεύεται ως εάν δεν αποτελεί η ίδια το πρόβλημα ή με μοναδικό στόχο τη διατήρηση των προνομιών της. Έτσι, για παράδειγμα, ο πρόεδρος της Βουλής καλεί τους Έλληνες να εισφέρουν τον οβολό τους για την σωτηρία της χώρας, ενώ ο ίδιος συνεχίζει την φαύλη πολιτεία των προκατόχων του, αυξάνοντας αντί να μειώσει τον προϋπολογισμό της. Η υπουργός Παιδείας υπόσχεται μεταρρυθμίσεις στα ΑΕΙ σε επίπεδο «κορυφής», ομολογώντας ότι δεν προτίθεται να αγγίξει τον πυλώνα της κομματικής ιδιοποίησης των πανεπιστημίων, τις παρατάξεις, ενώ δεν κρύβει τη βαθιά δυσπιστία που τρέφει προς τις ανεξάρτητες εκείνες ακαδημαϊκές προσωπικότητες που ομολογουμένως θα τα οδηγούσαν στην έξοδο από την απαξία. Ο αρμόδιος υπουργός «προστασίας του πολίτη» δηλώνει με «καμάρι» ότι δεν θα παίξει το ρόλο του «σερίφη», εννοώντας προφανώς, ότι θα επαναφέρει την αστυνομία στο καθεστώς του ιδιότυπου «παρατηρητή» της δράσης των ιδεολόγων της καταστροφής και των παρασιτικών στοιχείων που ιδιοποιούνται τους δημόσιους χώρους, μεταβάλλοντας έτσι την πρωτεύουσα σε τριτοκοσμική πόλη. Ούτε το διάλειμμα «Χρυσοχοϊδη» φαίνεται ότι εμπνέει.

5. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι πολιτικές της κομματοκρατίας, οι οποίες όλες κατατείνουν στο να εγκιβωτίσουν την κοινωνία σε ένα καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου και στη διέλευση του (οικονομικού κλπ) βίου της από τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Επειδή βιώνουμε την οικονομική κρίση, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα παραδείγματα που αποκαλύπτουν την αγωνία της πολιτικής τάξης να αποκλείσει κάθε προοπτική απελευθέρωσης της κοινωνίας και, ιδίως να διατηρήσει τους μηχανισμούς της ιδιοποίησης ως σημαίνον γνώρισμα της σχέσης του πολίτη με το κράτος:
(α) το επιχειρηματικό κλίμα. Είναι πασιφανές ότι οι δουλείες στις οποίες υποβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα οφείλονται εξ ολοκλήρου στη διάθεση των νομέων του κράτους να ελεγχθεί με όρους ιδιοποίησης ο τομέας αυτός της οικονομίας. Να "μοιρασθεί" δηλαδή μαζί του το "επιχειρείν". Εάν υπήρχε η πολιτική βούληση, το ζήτημα θα είχε «αυθωρί» επιλυθεί. Όπως έχει επιλυθεί στις χώρες όπου το κράτος διατηρεί ακόμη μια ελάχιστη αίσθηση δημοσίου συμφέροντος.
Η άρνηση της πολιτικής τάξης να άρει το καθεστώς της κομματοκρατίας, που μεταβάλλει το κράτος σε δυνάστη της κοινωνίας, υποστηρίζεται ιδεολογικά με διατυπώσεις ενοχοποίησης της κοινωνίας («όλοι μαζί τα φάγαμε») ή με το επιχείρημα ότι η κοινωνία ζούσε υπεράνω των δυνατοτήτων της χώρας κ.α. Εντούτοις, μελέτες που εκπονήθηκαν σε ανύποπτη στιγμή, δηλώνουν ότι όχι μόνο δεν ζούσαμε υπεράνω των δυνατοτήτων μας, αλλ’ότι, εάν το κράτος επιδείκνυε στοιχειώδη προσήλωση στη δημόσια αποτελεσματικότητα και επολιτεύετο με πρόσημο το κοινό συμφέρον, το κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων θα ήταν ανάλογο εκείνου των Σκανδιναβών.
(β) Ένα άλλο, συναφές με το επενδυτικό κλίμα, παράδειγμα, αφορά στην αντιμετώπιση όχι απλώς της ιδιοκτησίας, άλλα της Ελλάδας ως κατοικημένης χώρας. Θα επικαλεσθώ τρία εξόχως χαρακτηριστικά μέτρα που δείχνουν ότι οι φορείς της πολιτικής τάξης αντιμετωπίζουν τη χώρα ως κατακτητές και όχι ως εντολοδόχοι της κοινωνίας. Ακραία περίπτωση αποτελεί η υπουργός ΠΕκΚΑ, για την οποία η κοινωνία αποτελεί την μείζονα απειλή για το περιβάλλον. Εξού και, κλεισμένη στο γραφείο της ομού με διάφορα οικολογικά παράσιτα που σιτίζονται από το κοινωνικό ταμείο, βυσσοδομούν σε βάρος της κοινωνίας.
Το πρόβλημα των «δασωθέντων» αγρών, που δημιούργησε η πολιτική τάξη, μετά τον πόλεμο, είναι γνωστό. Πρόκειται για τις αγροτικές ιδιοκτησίες, οι οποίες λόγω των ανατροπών που συνέβησαν στον ελληνικό χώρο παρέμειναν ακαλλιέργητες, για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από τον πόλεμο και εντεθέν. Τις περισσότερες φορές εξαιτίας των εμποδίων που όρθωνε η πολιτεία.
Το μείζον αυτό ζήτημα είναι πολυσήμαντο ως προς τις διαστάσεις του. Η πολιτική του διάσταση συναρτάται με αυτούς που έπαψαν να καλλιεργούν τους αγρούς τους. Ποιοί ήσαν αυτοί; Όσοι ενεπλάκησαν στην αντίσταση κατά του κατακτητή, οι ηττημένοι του εμφυλίου και πολιτικά διωκόμενοι στη συνέχεια, καθώς και τα θύματα της ανασύνταξης της οικονομίας. Έχει σημασία να επισημανθεί ότι το εφεύρημα της «δασικής έκτασης», συμβαδίζει με πλήθος άλλων πολιτικών μέτρων που κατέτειναν στην ανατροπή των κοινωνικών ισορροπιών στην ύπαιθρο και αποτέλεσε το μεγάλο κόλπο που οδήγησε στη διαρπαγή ή στην αιχμαλωσία της αγροτικής ιδιοκτησίας και, εναλλακτικά, στην καταστροφή των καλλιεργειών και των ομόλογων δασών (των ελαιώνων κλπ) που απέμειναν. Λειτούργησε δε ως καταλύτης για τη διαιώνιση της ερήμωσης της υπαίθρου και του αποκλεισμού της από τον οικιστικό και παραγωγικό ιστό της χώρας. Είναι όμως εξίσου γνωστό ότι η έννοια της «δασικής έκτασης», που αντιμετωπίζει τα θαμνώδη «αείφυλλα πλατύφυλλα» ως ιερά φυτά όπως οι Ινδοί τις αγελάδες, συνέβαλε καθοριστικά στη γενίκευση της συναλλαγής και της διαφθοράς στην ύπαιθρο.
Στη ρύθμιση αυτή, που επιβαρύνθηκε έτι περαιτέρω από την τωρινή υπουργό ΠΕκΚΑ, με αποτέλεσμα να έχει σταματήσει κάθε επενδυτική πράξη στην ύπαιθρο ή, αναλόγως, να έχει ανέβει το "λαδόσημο" στα ύψη, προστέθηκε από προηγούμενη υπουργό, η πρόνοια της αρτιότητας ενός κτήματος υπό τον όρο να έχει πρόσοψη 25 μέτρων σε δρόμο, υφιστάμενο προ του 1923. Συνάγω ότι η ρύθμιση αυτή θεωρεί ότι η Ελλάδα οφείλει να παραμείνει, εξεπόψεως υποδομών, στο καθεστώς του ΄23, διότι έτσι θα προστατευθεί το περιβάλλον! Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που επετεύχθη είναι να μπει και η πολεοδομία στο παιχνίδι της συναλλαγής, που είχε ανατεθεί έως τότε στο Δασαρχείο. Οι ανωτέρω εστίες διαφθοράς και στασιμότητας δεν είναι οι μοναδικές.
Το πλέον ενδιαφέρον, εντούτοις, επίτευγμα των νομέων του κράτους αφορά σε παράπλευρες ρυθμίσεις που συνέχονται με τις προστατευόμενες περιοχές («νατούρα»). Με πρόσφατη υπουργική απόφαση (sic) ορίζεται ότι σε απόσταση τελικά 350μ από τις ακτές -φυσικά και αλλού, πέραν των ακτών- η περιοχή μετατάσσεται στη ζώνη «υψηλής παραγωγικότητας» και διέπεται από τις σχετικές απαγορευτικές διατάξεις. Η πονηρά φύση των εχθρών της κοινωνίας βάφτισε τις κατά τεκμήριο άγονες και βραχώδεις περιοχές σε γαίες «υψηλής παραγωγικότητας» για να τις δημεύσει δωρεάν! Όλη σχεδόν η ενδιαφέρουσα οικονομικά Ελλάδα οφείλει να νεκρωθεί και οι κάτοικοί της να μετοικήσουν στα ορεινά ή να ξενιτευτούν για να επιβιώσουν. Η καταφανώς λεηλατική αυτή επιδρομή της υπουργού ΠΕκΚΑ προκύπτει, από τις μόλις πρόσφατες νομοθετικές της πρωτοβουλίες, ότι εγγράφεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, το οποίο εάν δεν εμποδισθεί θα ερημώσει τη χώρα. Τη στιγμή που η χώρα χάνεται το πολιτικό προσωπικό αναλώνεται στο προσφιλές του άθλημα: του εγκιβωτισμού της κοινωνίας στις δουλείες του κράτους με πρόσημο την ολοσχερή της βύθιση στην ανέχεια και στην αδυναμία.
Από τα ανωτέρω ολίγα, συνάγεται ότι η Ελλάδα ενδιαφέρει την πολιτική τάξη ως χώρος, όχι ως κοινωνία. Μια χώρα που άδειασε και ξαναγέμισε άπειρες φορές, δεν πρέπει να ξανακατοικηθεί. Παραγνωρίζει προφανώς ότι το περιβάλλον υπάρχει ως έννοια υπό τον όρο της παρουσίας της κοινωνίας εντός αυτού. Το περιβάλλον στον Άρη ουδένα ενδιαφέρει. Η απλή λογική διδάσκει ότι το περιβάλλον υπάρχει για την κοινωνία και δεν δύναται να διατηρηθεί χωρίς να γίνει φιλικό προς αυτήν. Η προστασία του δεν είναι συμβατή με την αποξένωση της κοινωνίας από αυτό ή από την ιδιοκτησία της, ούτε με την εξώθησή της να οδηγείται στην καταστροφή των ολίγων καλλιεργειών που απέμειναν, ούτε με την απαγόρευση της ανάπτυξης. Από τους "ταλιμπανιστές" του περιβάλλοντος η ιδέα της ένταξης του οικιστικού ιστού σ'αυτό ή η αρμονική ανάπτυξη των θεμελίων του σε συνάφεια με τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές λειτουργίες του παρόντος και του μέλλοντος είναι αποκρουστική και, σε κάθε περίπτωση, αδιάφορη. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι όλα τα μέτρα της υπουργού ΠΕκΚΑ αποβλέπουν στη διαρπαγή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, κανένα όμως στην προστασία των δασών, στην ανάπτυξη του δημόσιου δασικού πλούτου και, μάλιστα, στην αναδάσωση των ορεινών όγκων που καλύπτουν σαφώς το κύριο μέρος της χώρας.
(γ) Σταθερή επωδός που δικαιολογεί τη μονοσήμαντα αντικοινωνική πολιτική για την έξοδο από την κρίση είναι ότι το κράτος είναι διεφθαρμένο και, οπωσδήποτε, δεν προσφέρεται για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Αυτή καθεαυτή η επισήμανση ότι το ελληνικό κράτος είναι «μοναδικό σε δυσλειτουργικότητα» και το «πλέον σπάταλο και διεφθαρμένο δυτικό κράτος» συνέχεται με την «πολιτεία» της πολιτικής τάξης. Η εμμονή στη διατήρησή του όμως, σοβούσης της κρίσης, επιβεβαιώνει επίσης ότι η αιτία του κράτους αυτού δεν εξέλειπε. Διότι, όχι μόνο δεν ελήφθη ουσιαστικά κανένα μέτρο για την εξυγίανσή του, αλλά και μας διαβεβαιώνουν, με ποικίλους όσους τρόπους, ότι δεν προτίθενται να λάβουν. Όντως, η μόνιμη επωδός της πολιτικής τάξης εστιάζεται στην επισήμανση του προβλήματος, στην "απειλή" ότι θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι έναντι της τρόικας ή της υπηκόου κοινωνίας. Κορυφαίος υπουργός διετείνετο πρόσφατα ότι για τα κακώς κείμενα του κράτους φταίει ο μεγάλος αριθμός των βουλευτών και ο εκλογικός νόμος!!!..Τίποτε άλλο...
(δ) Η απουσία κάθε πολιτικής βούλησης για την ανάταξη του κράτους και τη διάσωση της κοινωνίας, διαπιστώνεται με κάθε σαφήνεια στην περίπτωση της φοροδιαφυγής. Αρκεί, νομίζω, ένα μόνο αλλά κραυγαλέο παράδειγμα, από τα πολλά που μπορεί να επικαλεσθεί κανείς. Υπό το προηγούμενο καθεστώς του ΦΜΑΠ αυτοί που υπέβαλαν δήλωση ήσαν ελάχιστοι σε σχέση με τους υπόχρεους. Η καθόλα ψευδής επίσημη εκδοχή ήταν ότι δεν υπήρχε τρόπος να ελεγχθούν. Έδωσαν, ωστόσο, εξαρχής στους φοροφυγάδες τη δυνατότητα να διαφύγουν τη δήλωση με την επίκληση της "υπεύθυνης δήλωσής" τους ότι το μέγεθος της περιουσίας που κατείχαν δεν υπερέβαινε το αφορολόγητο μέτρο. Σήμερα, εντούτοις, το πρόσχημα της αδυναμίας εξέλειπε αφού έχει διαμορφωθεί με το Ε9 περιουσιολόγιο και ανά πάσα στιγμή (δηλαδή αυτόματα, με βάση το ηλεκτρονικό σύστημα) μπορούν να ελεγχθούν όσοι είχαν υποχρέωση από το 1997 να υποβάλουν δήλωση ΦΜΑΠ και δεν το έπραξαν. Γιατί δεν το πράττουν; Η λύση είναι απλή: όσοι καλύπτουν τις προϋποθέσεις του ΦΜΑΠ σύμφωνα με το τωρινό Ε9 -με γνώμονα όμως τις πρόνοιες του τότε νόμου- να κληθούν να εξηγήσουν ποιά ήταν η κατάσταση της ακίνητης περιουσίας τους, από το 1997 έως την μεταβολή του νόμου. Γίνεται αντιληπτό ότι έτσι θα αποκατασταθεί η δικαιοσύνη -η ισότητα που προβλέπει το Σύνταγμα- και στα δημόσια ταμεία θα εισρεύσει χρήμα πολύ, αφού αυτοί που διέφυγαν την καταβολή του φόρου, αντιπροσωπεύουν ποσοστό πολλαπλάσιο εκείνων που υπέβαλαν δήλωση.

5. Ποια μπορεί να είναι η διέξοδος; Πρέπει να διευκρινίσω ότι η λύση δεν θα προέλθει από μια επανάσταση της κοινωνίας. Η κοινωνία επέδειξε την απέχθειά της προς το σύστημα και, στο πλαίσιο αυτό, το δρόμο της εξόδου από την κρίση με ποικίλους τρόπους: Με τη στοχοποίηση της κομματοκρατίας και της πολιτικής τάξης ως υπεύθυνων για την καταστροφή της. Με τη δήλωσή της σε ποσοστό 75% ότι θα εγκατέλειπε τη χώρα εάν είχε τη σχετική δυνατότητα. Με την αυξημένη εκλογική αποχή και τη διάθεση αυτοδικίας των πολιτών έναντι της πολιτικής τάξης.
Από την άλλη, είναι μάλλον «ουτοπικό» να αναμένει κανείς την υπέρβαση της δυναστικής κομματοκρατίας, με πρωτοβουλία της ίδιας της πολιτικής τάξης. Απομένει, επομένως, είτε η απόφαση ενός ηγέτη να υπερβεί εαυτόν και να πολιτευθεί ως εάν δεν αποτελεί μέρος της είτε η ολοκληρωτική κατάρρευση των επιλογών της, οπότε από τα συντρίμμια της χώρας θα μπορούσε να αναδειχθεί η διάδοχη κατάσταση. Η πρώτη εκδοχή μοιάζει μάλλον απίθανη αφού η πολιτική τάξη είναι δομικά ταυτισμένη με τη λογική της κομματοκρατίας, οι δε μηχανισμοί των διαπλεκομένων αναδεικνύουν πολιτικούς ηγέτες των οποίων το διαμέτρημα είναι απαγορευτικό για το εγχείρημα. Η δεύτερη λύση, πέραν του ότι δεν υποδεικνύει το αποτέλεσμα, εφόσον συνδυασθεί με ένα απονενοημένο διάβημα της κοινωνίας, ελέγχεται ως ικανή να οδηγήσει τη χώρα σε βαθύτερο αδιέξοδο.
Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση ατόφιου του κρατούντος πολιτικού συστήματος, προμηνύεται αφενός τη διαιώνιση του καθεστώτος κατοχής, στο οποίο υπεβλήθη η ελληνική κοινωνία σχεδόν με τη μετάβασή της στο κράτος έθνος, και αφετέρου, μη αναστρέψιμες απώλειες για τη χώρα.

6. Η επισήμανση αυτή δηλώνει ότι αντί, επομένως να κρύβεται κανείς πίσω από το μνημόνιο (και, συγκεκριμένα, το καθεστώς επιτροπείας, στο οποίο παρεδόθη ως μη όφειλε η χώρα και, μάλιστα, χωρίς διαπραγμάτευση), καλείται να λάβει ακαριαία μέτρα ανατροπής του καθεστώτος εσωτερικής κατοχής, στο οποίο εμμένει η πολιτική τάξη, απελευθερώνοντας την κοινωνία από τα πολυσήμαντα δεσμά της.
Επείγει ως προς αυτό:
(α) να ανασυγκροτηθεί το πολιτικό σύστημα, με γνώμονα την εγκαθίδρυση μιας θεσμικής ισορροπίας μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Ισορροπία, η οποία δεν είναι προφανώς εφικτή στο πεδίο της πολιτικής δυναμικής, δηλαδή εξωθεσμικά, και, οπωσδήποτε, με πρόσημο την εναλλαγή των φορέων της κομματοκρατίας στην εξουσία. Οι παραδοσιακοί τρόποι πολιτικής δράσης (η απεργία, η διαδήλωση κλπ) έχουν από καιρό ξεπερασθεί μαζί με τις συνθήκες που τους εισήγαγαν. Δεν αρκεί επίσης η επίκληση της δεοντολογίας («ότι οφείλει η πολιτική να αντιπροσωπεύει την κοινωνία»), για να λειτουργήσει το κράτος εν αρμονία με το κοινό συμφέρον. Είναι αναγκαία, εφεξής, η θεσμική ενσωμάτωση του σώματος της κοινωνίας των πολιτών και, σε κάθε περίπτωση, η συνεκτίμηση της κοινωνικής βούλησης, στην πολιτική διαδικασία. Απαιτείται γι’αυτό να θεσμοθετηθούν πρακτικές συναγωγής της συλλογικής βούλησης και ανάρτησής της στο πολιτικό διάλογο, έτσι ώστε να αποτελέσει διακύβευμα των πολιτικών του κράτους.
Η επιλογή αυτή εναρμονίζεται με τη γενικότερη εξέλιξη του κόσμου, δεδομένου ότι όσο η οικονομία αυτονομείται από το πολιτειακό περιβάλλον του κράτους και αναπτύσσει το διακύβευμά της διακρατικά, δηλαδή στο σύνολο κοσμοσύστημα, τόσο η κοινωνία θα επιδιώκει την εγκατάστασή της στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος για να αντισταθμίσει την αδυναμία της να επηρεάσει τις αποφάσεις του πολιτικού συστήματος. Η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας επάγεται προφανώς την κατάργηση όλων των πυλώνων της κομματοκρατίας, την άμεση υπαγωγή της πολιτικής στη δικαιοσύνη, την απόρριψη του ιδιοτελούς προτάγματος της «διακυβέρνησης», που αναδεικνύει την κατ'εφημισμόν «κοινωνία πολιτών»[7], αντί του σώματος της κοινωνίας των πολιτών, σε μέτρο του σκοπού της πολιτικής.
(β) να αναπροσδιορισθεί ο σκοπός του κράτους. Το γενικό/δημόσιο συμφέρον να υποκατασταθεί από το κοινό συμφέρον. Η έννοια του κοινού συμφέροντος προϋποθέτει, εντούτοις, την ανοικοδόμηση του κοινωνικού ιστού, στη βάση μιας ισχυρής συνεκτικής αρχής (ή συλλογικής ταυτότητας) που θα κινητοποιεί τα δημιουργικά αντανακλαστικά της κοινωνίας και θα τα ανάγει σε συλλογική βούληση. Ο συνδυασμός της αντιπροσωπευτικής προσομοίωσης της πολιτείας με την ισχυρή ταυτοτική συλλογικότητα, θα δημιουργήσει μια νέα σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που θα αποκλείει την πελατειακή εξατομίκευση της πολιτικής λειτουργίας. Η συνάντηση του σκοπού της πολιτικής με το βούληση/συμφέρον της κοινωνίας των πολιτών, προόρισται να μεταβάλει το κράτος, από δυνάστη της σύνολης κοινωνίας, σε αρωγό του πολίτη, σε εγγυητή της ζωής, της περιουσίας, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του.
(γ) η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας προϋποθέτει την εισαγωγή της αρχής του ελέγχειν του πολιτικού προσωπικού, δηλαδή την ολοσχερή κατάργηση της ασυλίας και την προσέγγιση της πολιτικής ευθύνης υπό το πρίσμα της δικαιοσύνης. Συνεπάγεται περαιτέρω την αναγνώριση στα μέλη της κοινωνίας των πολιτών δικαιώματος έννομου συμφέροντος, τόσο έναντι των φορέων του πολιτικού συστήματος όσο και των μελών της διοίκησης και της δικαιοσύνης.
Η καθιέρωση του δικαιώματος αυτού, συνάδει με την εισαγωγή της αρχής του «ελέγχειν» για το πολιτικό προσωπικό και τη διοίκηση, που θα ήταν αυτονόητη εάν το πολιτικό σύστημα προσομοίαζε στοιχειωδώς προς την αντιπροσώπευση. Αν μη τι άλλο, ο πολίτης δικαιούται να έχει λόγο στη διαχείριση της περιουσίας του, αυτής που εκχωρείται στο κράτος μέσω του δημοσιονομικού συστήματος. Δεν νοείται, επίσης, ο βλαπτόμενος από τις αρχές του κράτους πολίτης να μην δικαιούται να υποβάλει σε έλεγχο τον βλάπτοντα ή να αποζημιώνεται από το δημόσιο ταμείο που χρηματοδοτεί ο ίδιος και όχι από τον υπαίτιο. Με απλούστερη διατύπωση, οφείλει να καταργηθεί κάθε νόμος -περί [μη] ευθύνης υπουργών- και να εφαρμοσθούν οι κοινές περί δικαίου διατάξεις που διέπουν όλους τους πολίτες. Ο Αριστοτέλης και ο Πολύβιος μας πληροφορούν ότι στην αντιπροσώπευση και στη δημοκρατία τα εγκλήματα των πολιτικών τιμωρούνται αυστηρότερα επειδή βλάπτουν τους πολλούς. Δεν εξισώνονται με εκείνα των κοινών ανθρώπων και προφανώς δεν τίθενται στο απυρόβλητο. Οπωσδήποτε, είναι επιεικώς απαράδεκτο, οι ρυθμίσεις για την "πολιτική ευθύνη" των πολιτικών, να αποφασίζονται από τους ιδίους σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, η δε απόφαση για τη δίωξή τους και η εκδίκαση της υπόθεσης να ανήκει στους ίδιους.
(δ) Όπως είδαμε, το κράτος της κομματοκρατίας θεωρεί ότι ο ρόλος του τελειώνει εκεί όπου όφειλε να αρχίζει. Εξού και δεν θεωρεί ότι ανήκουν στις αρμοδιότητές του η έννοια της αποτελεσματικότητας και ο έλεγχος των υπηρεσιών του, η κύρωση για την εφαρμογή της νομιμότητας και για την εναρμόνισή του με το κοινό συμφέρον. Η αναστροφή της λογικής αυτής, συνδυάζεται με το γεγονός ότι το κράτος στο σύνολό του είναι άκρως αποτελεσματικό στη διαχείριση του κομματικού συμφέροντος και για την ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού. Το κράτος αυτό πρέπει να εκλείψει ακαρεί. Να ανασυγκροτηθούν εκ βάθρων η διοίκηση, η δικαιοσύνη, οι δυνάμεις της τάξης κλπ, με γνώμονα την ανταποκρισιμότητά τους στις ανάγκες της κοινωνίας. Να αποκτήσει ο κρατικός μηχανισμός επιχειρησιακή διάσταση, με μέτρο όχι ασφαλώς την "αγορά", αλλά τη δημόσια αποτελεσματικότητα και πρόσημο το κοινωνικό συμφέρον.
(ε) να καταργηθεί αμέσως το σύνολο της νομοθεσίας που δεσμεύει την ελευθερία της κοινωνίας και την μεταβάλει σε αναγκαστικό υποζύγιο της διαπλοκής και της διαφθοράς. Να γίνει σαφές στην πολιτική τάξη (και στην απολογητική νεοτερική διανόηση) ότι η οικονομική πολιτική που προάγει την εξουθένωση, την ταπείνωση και την περιαγωγή της κοινωνίας στην εργασιακή, εισοδηματική και ιδιοκτησιακή εξαχρείωση, προσήκει στο καθεστώς της ανομίας και στις σχέσεις δύναμης, που σταδιοδρομούν στην πρωτο-ανθρωποκεντρική φάση που διέρχεται η εποχή μας, όχι στην φύση της σύνολης εξέλιξης. Με άλλα λόγια, μια οικονομική πολιτική με πρόσημο την πρόοδο συνάδει με την απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ανάδειξη της «πολιτικής αγοράς», δηλαδή της κοινωνικής βούλησης, σε ρυθμίζουσα παράμετρο, από την οποία αντλούν λόγο ύπαρξης το κράτος και, φυσικά, η «οικονομική αγορά». Μια υπεροχή που απαιτεί την άρση της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους επί της κοινωνίας των πολιτών.

7. Οι ανωτέρω πολιτικές εισάγουν ως πρόκριμα ότι ο πολιτικός ηγέτης έχει επίγνωση του διακυβεύματος που εγείρεται ενώπιον του κόσμου στην εποχή μας και την βούληση να υπερβεί τη συγκυρία των συσχετισμών, αντί να παραμένει απλός διαχειριστής του κρατούντος συστήματος. Να γνωρίζει, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Ελλάδα, ότι η έξοδος από την κρίση, χωρίς την ανήκεστη συντριβή της, απαιτεί την εκ βάθρων ανασυγκρότηση του παρόντος κράτους, ως πολιτικού συστήματος και ως διοίκησης.
Είναι προφανές ότι η άρση της αιτίας της κρίσης και, εν προκειμένω, της κομματοκρατίας, δεν μπορεί να γίνει από μια κυβέρνηση που θα αποτελείται από κομματικά ενεργούμενα και «φίλους» ή συνεργούς της καταστροφής, αλλά από μέλη της κοινωνίας που αναγνωρίζονται για τη βαθιά γνώση του διεθνούς διακυβεύματος και του ελληνικού προβλήματος και των οποίων η «πολιτεία» εγγυάται την προσήλωσή τους στο κοινό συμφέρον και στην ελευθερία της. Η ανατροπή της κομματοκρατίας απαιτεί την παράκαμψη του συνόλου της πολιτικής τάξης, από την Αριστερά έως τη Δεξιά της πτέρυγα.
Η υπέρβαση αυτή, αφορά κατ’επέκταση και στο περιεχόμενο του προγραμματικού πολιτικού λόγου. Η επικέντρωση της συζήτησης στο δίλημμα υπέρ ή κατά του μνημονίου υποδεικνύει το δρόμο που θα επιλεγεί για την τελειωτική καταστροφή. Το διακύβευμα της υπέρβασης ανάγεται στην αναίρεση του δυναστικού κράτους που συντηρεί η κομματοκρατία και, υπό το πρίσμα αυτό, στην επανεξέταση του συνόλου των πολιτικών του.
Ευλόγως, λοιπόν, επανέρχεται το ερώτημα. Ποιός άραγε ο ηγέτης που θα αναλάβει την απελευθέρωση της κοινωνίας ή μήπως η τελευταία θα υποχρεωθεί να αναζητήσει, υπό το βάρος της κατάρρευσης, τρόπους για τη διάσωσή της; Διαπιστώσαμε ήδη ότι ο ηγέτης που θα οδηγήσει στην υπέρβαση της κομματοκρατίας δεν μπορεί να προέλθει από την κρατούσα πολιτική τάξη και τους διαπλεκομένους συγκατανευσιφάγους που την περιβάλλουν. Πριν από χρόνια, διαβλέποντας το αναπόφευκτο της καταστροφής, διατύπωνα την άποψη ότι η υπέρβαση του φαυλοκρατικού καθεστώτος θα γινόταν μόνο μέσα από το αδιέξοδο μιας μείζονος κρίσης, στην οποία θα οδηγείτο τελικά η χώρα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας και των δυνάμεων της διαπλοκής που τη στηρίζουν, είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία δημιούργησε ένα επαρκώς ανθεκτικό μείγμα, αποτρεπτικό στην εκκόλαψη του νέου. Εξού και οι επιπτώσεις της κρίσης θα είναι για τη χώρα οδυνηρές.
Η άποψη που διατυπώνουν ορισμένοι ότι είναι δυνατή η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση του κρατούντος πολιτικού συστήματος και μέτρο τον εξαναγκασμό του από την τρόικα σε μεταρρυθμίσεις είναι κατά τη γνώμη μου εξίσου εσφαλμένη. Διότι η έξοδος αυτή, πέραν του ότι μεταθέτει το βάρος αποκλειστικά στην κοινωνία, θα διαιωνίσει το καθεστώς της κατοχής της και θα συνοδεύεται από το στίγμα της βέβαιης υποτροπής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προοπτική αυτή είναι, από τη φύση της, επικίνδυνη, αφού υπονοεί ότι το συμφέρον της κοινωνίας συνάδει με εκείνο των ξένων δυνάμεων και όχι με το εθνικό της κράτος.

8. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση είναι διεθνής. Όμως, η Ελλάδα κάνει τη διαφορά. Η τωρινή κρίση προστίθεται στην αλυσίδα σειράς καταστροφών που επισώρευσε το νεοελληνικό κράτος επί της ελληνικής κοινωνίας. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι η κρίση αυτή προετοιμάσθηκε ιδεολογικά, τα τελευταία χρόνια, από την κρατική διανόηση, ενόσω η λεηλατική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού και η ομηρία της κοινωνίας, έπαιρναν εμφανείς διαστάσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά στη βούληση και το συμφέρον της κοινωνίας εξομοιώθηκε με τον λαϊκισμό, η δε επίκληση της εθνικής συλλογικότητας ως αναχώματος στην καθυπόταξη του κράτους στις «νομοτέλειες» της ιδιωτικής οικονομίας, ενοχοποιήθηκε ως ταυτολογία του εθνικισμού. Τα «δικαιώματα» αποτέλεσαν το επιχείρημα για την ολοκληρωτική επίθεση της κρατικής διανόησης εναντίον της ελευθερίας της κοινωνίας και, περαιτέρω, για την υποβάθμιση της εργασίας του πολίτη στην κατηγορία του εμπορεύματος. Μια ομοβροντία δημοσιευμάτων προέβαλαν, την περίοδο αυτή, τον κίνδυνο που στοιχειοθετούσε η «πλειοψηφία» για τα δικαιώματα. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι η «πλειοψηφία», η οποία κινητοποιεί τα ολιγαρχικά αντανακλαστικά της κρατικής διανόησης, συνέχεται με την εγκιβωτισμένη στον ιδιωτικό χώρο κοινωνία και όχι, προφανώς, με μια πολιτειακά δομημένη (ως δήμος) κοινωνία των πολιτών, διαθέτουσα, ως εκ τούτου, ιδίαν θεσμική βούληση. Η προοπτική ακριβώς αυτή είναι που τρομάζει τις δυνάμεις της (πνευματικής και πολιτικής) ολιγαρχίας, δεδομένου ότι η πολιτειακή δόμηση της κοινωνίας των πολιτών είναι απολύτως αναιρετική της διαπλοκής των ομάδων συμφερόντων με την πολιτική εξουσία και, προφανώς, του δυναστικού κράτους της κομματοκρατίας.
Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τον τρόπο προσέγγισης της κρίσης, επιβεβαιώνουν ότι η κατεστημένη άρχουσα τάξη δεν είναι προετοιμασμένη να επεξεργασθεί πολιτικές ολικής ανατροπής του φαυλοκρατικού καθεστώτος της κομματοκρατίας, εναρμονιζόμενη με την Ελλάδα της δημιουργίας και του πολιτισμού, κυρίως δε προς έναν κοινωνικό σκοπό της πολιτικής, που θα διαρρήγνυε τη σχέση της με εδραιωμένα συμφέροντα και πολιτικές νοοτροπίες δυναστικού τύπου.
Αυτός είναι ο λόγος που με κάνει να επιμένω ότι η λύση στο ελληνικό πρόβλημα δεν διέρχεται από την εναλλαγή στην εξουσία, ουδέ καν από την παράκαμψη του πολιτικού προσωπικού που λειτουργεί την παρούσα κομματοκρατία. Διότι στη θέση της θα εγκατασταθεί μεσοπρόθεσμα, μόλις καταλαγιάσει η κρίση, μια άλλη, δυναστική πολιτική τάξη. Η λύση έγκειται στη μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Η οποία θα διέλθει αποκλειστικά από την αναίρεση του προ-αντιπροσωπευτικού κράτους, το οποίο, όντας αναντίστοιχο με το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, οδηγεί στην κομματοκρατία. Ο εκσυγχρονισμός αυτός του πολιτικού συστήματος της χώρας μπορεί να επισυμβεί μόνο με τη θεσμική ενσωμάτωση της κοινωνίας των πολιτών –ή, κατ’ελάχιστον, της κοινωνικής βούλησης- στην πολιτεία, δηλαδή με την αντιπροσωπευτική προσομοίωση του πολιτικού συστήματος.
Τα ανωτέρω, μας επαναφέρουν, επομένως, στην αρχική μας διαπίστωση ότι η αιτία της κρίσης προδικάζει και το αδιέξοδο της χώρας. Διότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας -και των δυνάμεων της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής που τη στηρίζουν- είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία ενίσχυσε την ανθεκτικότητα του μείγματος που λειτουργεί αποτρεπτικά στην εκκόλαψη του νέου. Παρουσιάζεται έτσι το φαινόμενο, εκείνοι που οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή να εμφανίζονται ως τιμητές και, μάλιστα, να επιμένουν ότι αυτοί είναι οι μόνοι κατάλληλοι να την σώσουν. Δεν αναλογίζονται ότι με τον τρόπο αυτό επιβαρύνουν περαιτέρω τη θέση τους καθώς ομολογούν ότι οδήγησαν τη χώρα στην κρίση εν επιγνώσει. Όλα δείχνουν ότι η παρούσα θέση της χώρας προσομοιάζει πλήρως με εκείνη του 1897[8].
Σε κάθε περίπτωση, η διαιώνιση της αναντιστοιχίας αυτής μεταξύ του πρωτο-ανθρωποκεντρικού κράτους της νεοτερικότητας με το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, εξηγεί γιατί ο ελληνισμός δεν συνήλθε ακόμη από τις συνέπειες της ήττας που ολοκληρώθηκε με την είσοδό του στο κράτος έθνος. Το παρήγορο του πράγματος, έγκειται, ωστόσο, στο ότι η ίδια η νεοτερικότητα έχει αρχίσει, αμυδρά, να διακρίνει στην αναντιστοιχία αυτή, την αιτία του δικού της προβλήματος[9].
Αθήνα, 14.01.2011
[1] Για τον χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης, την οποία αναγγείλαμε με κείμενο μας το 2007, όπως και για την ιδιαιτερότητα της ελληνικής κρίσης, βλέπε το βιβλίο μου, 12/2008. Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος, Εκδόσεις Ιανός, Αθήνα, 2009, σελ. 9-102, 193 επ..
[2] Σε πλήθος έργων μου παλαιόθεν, όπως στα Histoire de la Grèce, Éditions Hatier, Παρίσι, 1992. "Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας," στο Η Μελέτη, τ. Ε΄, Αθήνα, 2010, σελ. 545-565. "Το διακύβευμα της μικρασιατικής εκστρατείας και οι σταθερές του νεοελληνικού κράτους" κ.α.
[3] Βλέπε σχετικά το έργο μου, Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Παρουσία, Αθήνα, 2008.
[4] Βλέπε σχετικά στο έργο μου, "Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα", στο Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, Πατάκης, Αθήνα, 2007, σελ. 689 επ.
[5] Περισσότερα, στα κεφάλαια, "Δικαιοσύνη και πολιτικό σύστημα" και "Διαφθορά και πολιτικό σύστημα" του βιβλίου μου, Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.
[6] Όπως έχω καταδείξει στο ανωτέρω έργο μου, το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικό ούτε πολλώ μάλλον δημοκρατικό. Και σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται να είναι και τα δυο, αφού αυτά μεταξύ τους είναι ασύμβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συνυπάρξουν.
[7] Δηλαδή τις συντεταγμένες ομάδες που διακινούν επιμέρους συμφέροντα, νέμονται το δημόσιο αγαθό και υπαγορεύουν το περιεχόμενο του πολιτικού κόστους. Για το μείζον αυτό ζήτημα, που σχεδιάσθηκε για να υπηρετήσει αυθεντικά την πολιτική κυριαρχία της αγοράς, βλέπε το οικείο κεφάλαιο στο βιβλίο μου Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.
[8] Αρκεί να αντιμεταθέσει κανείς το χρόνο και το περιεχόμενο της κρίσης για να πιστοποιήσει ότι πόσο η σημερινή πραγματικότητα δεν άλλαξε στο παραμικρό από εκείνη του 1897. Βλέπε σχετικά το έργο μου "Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας", όπ.παρ.
Πολλά από τα παραπεμπόμενα κείμενα στο εδώ πόνημα, ο αναγνώστης μπορεί να τα αναζητήσει στην ιστοσελίδα του συγγραφέα. "http://contogeorgis.blogspot.com" ή απλώς "κοσμοσύστημα

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Καλοφωλιάς Αλέξανδρος - ΕΡΓΑ ΥΠΟΔΟΜΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

                                                     
  1. Εισαγωγή
Οι εγγενείς αδυναμίες στην οργάνωση της κοινωνίας μας (λειτουργία θεσμών, δημόσια διοίκηση) και της οικονομίας μας (παραγωγικές διαδικασίες, παραγωγικότητα ) και η διεθνής οικονομική ύφεση συντελούν, ώστε η κρίση στη χώρα μας αφενός να είναι βαθύτερη ( και επομένως οδυνηρότερη}, αφετέρου να απαιτείται μεγαλύτερη και πιο πολύπλευρη προσπάθεια για να ξεπεραστεί. Είναι κοινά παραδεκτό ότι κορμό όλων των μέτρων και προσπαθειών πρέπει να αποτελεί η επάνοδος ( και η ορθολογική ανάπτυξη, για την περίπτωση της χώρας μας ) της «πραγματικής» οικονομίας, δηλαδή της οικονομίας της δημιουργίας, της παραγωγής .Ειδικά για την χώρα μας η παραγωγή αυτή πρέπει να επικεντρωθεί στα έργα υποδομής, που αφενός, αμέσως, θα συντελέσουν στην αύξηση της απασχόλησης και την ανάπτυξη πολλών συναφών παραγωγικών κλάδων αφετέρου, μακροπρόθεσμα, θα αποτελέσουν τη βάση για κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. 

2.      Τα δεδομένα
Για τη διατύπωση της πρότασης που ακολουθεί ελήφθησαν υπόψη τα εξής βασικά δεδομένα που, αναμφισβήτητα, ισχύουν για τη χώρα μας.
-η στενότητα των κρατικών πόρων, που θα διαρκέσει για αρκετά έτη
-η αναποτελεσματικότητα ( κυρίως στον τομέα της οργάνωσης και διοίκησης της παραγωγής) του κρατικού μηχανισμού.
-η ύπαρξη κεφαλαίων, πέραν των κρατικών, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
-το παρόν κοινωνικό κλίμα ( έλλειψη εμπιστοσύνης σε προθέσεις και πρακτικές, απαξίωση θεσμών και των φορέων τους )
-η ανάγκη για άμεση κινητοποίηση και ταχεία έναρξη παραγωγής  έργων, ώστε αντιμετωπιστεί η επιδείνωση της κρίσης.

3.      Η πρόταση
Η παρούσα πρόταση δεν αναφέρεται στην εκ βάθρων αναδόμηση της κρατικής μηχανής και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών, ώστε, πέραν των άλλων, γενικότερων, συνεπειών, να αυξηθούν οι πόροι και αποτελεσματικά να διατεθούν σε έργα υποδομής. Αυτή την δράση τη θεωρεί αυτονόητη και επιτακτική. Και απαιτείται συνεχής και συνεπής προσπάθεια που θα αποδώσει σε μακρύ χρόνο
Στο μεταξύ χρονικό διάστημα, πρέπει να αναληφθεί μια πρωτοβουλία για την δημιουργία ενός μηχανισμού που θα επιδιώξει την όσο το δυνατό ταχύτερη έναρξη παραγωγής έργων υποδομής. Που θα οργανώσει δηλαδή και θα θέσει σε (η θα υποβοηθήσει τη ) λειτουργία τη συνεργασία των (α) κρατικών φορέων,  (β) φορέων της παραγωγής έργων υποδομής και (γ) φορέων του κεφαλαίου.
Αναλυτικότερα
Για την παραγωγή έργων υποδομής είναι αναγκαία η σύμπραξη των τριών μερών
(α). των κρατικών φορέων που δημιουργούν (ή προσαρμόζουν ) το θεσμικό πλαίσιο και, επιπλέον, παρέχουν, υπό όρους, εγγυήσεις και ασφαλίσεις για την παραγωγή των έργων
(β). των φορέων της παραγωγής και εν προκειμένω των τεχνικών, υπό τη μορφή των μελετητών, κατασκευαστών και γενικά όλων των ενεργών συντελεστών της παραγωγής του έργου, είτε δρουν συλλογικά, ως νομικά πρόσωπα, είτε δρουν ατομικά, ως φυσικά πρόσωπα.
(γ). των φορέων του κεφαλαίου, που απαιτείται. Οι φορείς αυτοί μπορεί να είναι ιδιώτες, τράπεζες (εμπορικές ή αναπτυξιακές ), διεθνείς οργανισμοί κ.α.

4.      Ο μηχανισμός της σύμπραξης
Για την αρμονική και αποτελεσματική σύμπραξη των τριών μερών προτείνεται η δημιουργία ενός άτυπου τριμερούς οργάνου (όχι οργανισμού), με ελάχιστα επαγγελματικά στελέχη. Το έργο του οργάνου θα είναι
-η αναζήτηση, εντοπισμός και ιεράρχηση των έργων
-η αναζήτηση και προσέλκυση των κεφαλαίων
-η θεσμική, τεχνική και οργανωτική προετοιμασία των έργων
Το όργανο αυτό μπορεί να πάρει μια χαλαρή μορφή και θα δρα με ευελιξία ιδιωτικής μονάδας. Δεν θα υποκαταστήσει κανένα δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα κανενός εκ των τριών συμπραττόντων μερών, αντιθέτως, θα συνεργάζεται μαζί τους για τη διευκόλυνση, επιτάχυνση και αποτελεσματική διεκπεραίωση του έργου τους.

5.      Ο προβληματισμός και η συνέχεια
Οι σκέψεις που διατυπώνονται εδώ είναι αρχικές ιδέες και δεν συνιστούν τεκμηριωμένη πρόταση. Εφόσον όμως αναγνωρίζεται και υπάρχει συμφωνία για το σκεπτικό που τις γέννησε (η ανάγκη για γρήγορη δημιουργία έργων υποδομής, παράλληλα με τη γενικότερη προσπάθεια εξυγίανσης θεσμών και πρακτικών ) τότε αυτές οι σκέψεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προβληματισμού και επεξεργασίας. Ιδού μερικοί από τους προβληματισμούς που πρέπει να διερευνηθούν
-πώς η προσπάθεια αυτή δεν θα εκφυλιστεί σε έναν ακόμη αναποτελεσματικό θεσμό (π.χ. τύπου ΕΛΚΕ ).
-πώς οι ιδιωτικοί φορείς (χρηματοδοτικοί και τεχνικοί )θα πειστούν για την αξιοπιστία της προσπάθειας και, επιπλέον, ότι τους συμφέρει να την συνδράμουν.
-πώς τα αποτελέσματα ενός τέτοιου εγχειρήματος (εφόσον βέβαια επιτύχει ) θα διαχυθούν (με την ανάληψη επιμέρους έργων, ανάπτυξη παραγωγής υλικών, διεύρυνση της απασχόλησης ) σε όσο το δυνατό ευρύτερο κύκλο των συντελεστών της παραγωγής.
Τέτοιοι προβληματισμοί και πολλοί  άλλοι πρέπει να αναπτυχθούν και να οδηγήσουν στη διαμόρφωση ενός σχεδίου δράσης, οποιουδήποτε, αρκεί να είναι ρεαλιστικό και αποτελεσματικό. Εκείνο που δεν επιτρέπεται είναι να μείνουν, στην παρούσα συγκυρία, αδρανείς οι παραγωγικές δυνάμεις.

                                                                               Αλέξανδρος Π. Καλοφωλιάς
                                                                                   Πολιτικός Μηχανικός
                                                                      Σύμβουλος Οργάνωσης και Διοίκησης
   .

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Γιανναράς Χρήστος- Σύνταγμα όχι από δωσιλόγους

Posted: 09 Jan 2011 11:38 PM PST
Για πρώτη φορά ένα όνομα, με κατακτημένη ευφημία στον πολιτικό στίβο, έρχεται να προστεθεί στις φωνές της κοινωνικής αγωνίας που ζητούν «επανεξέταση», «αναμόρφωση» του Συντάγματος. Αλλά όχι από τους βουλευτές αναθεώρηση, όχι από τις συντεχνίες συμφερόντων σε ρόλο σήμερα κομμάτων. Στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο της «Κ» ο Στέφανος Μάνος έγραψε:
«Ασφαλώς χρειάζεται αναθεώρηση το Σύνταγμα. Μέσα στις διατάξεις του κρύβονται πολλές από τις αιτίες των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε σήμερα… Τα αίτια της διαμόρφωσης των συμπεριφορών που οδήγησαν στη σημερινή κρίση, στηρίζονται σε διατάξεις του Συντάγματος». Και πιο συγκεκριμένα: «Πολλά από τα αποκαλούμενα κοινωνικά κεκτημένα, πολλές ακαμψίες, η παντοδυναμία των συνδικάτων, η εύνοια προς μερικές κοινωνικές ομάδες». Κοντολογίς, σύνολη η πραγματικότητα «ενός κράτους που έχει προ πολλού πάψει να λειτουργεί».
Και την έκπληξη συνιστά η πρόταση του άρθρου: «Να ξεκινήσει η εξέταση του Συντάγματος και ο σχεδιασμός της αναμόρφωσής του μακριά από τη Βουλή, (να ξεκινήσει) από τους αριστείς της επιστήμης». Και επαναλαμβάνει: «Επιτακτική η επανεξέταση του Συντάγματος, όχι όμως από τους βουλευτές… Θα ήταν νομίζω μεγάλο λάθος να αφεθούν οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., μόνοι τους κάτω από την καθοδήγηση των βουλευτών συνταγματολόγων, να διαμορφώσουν το Σύνταγμα».
Ποια λογική δικαιολογεί τον αποκλεισμό των βουλευτών από την επανασύνταξη του Συντάγματος; Μα η χειροπιαστά αποδεδειγμένη ανικανότητα και ιδιοτέλεια των τάχα αντιπροσώπων του λαού, «το μηδενικό ενδιαφέρον των δύο κομμάτων (εξουσία) για το μέλλον της Ελλάδας… η μικροκομματική τακτική με μοναδικό στόχο το κομματικό όφελος».
Στο ίδιο φύλλο της «Κ» ο καθηγητής Στάθης Καλύβας σκιαγραφεί, με εύστοχη ιεράρχηση, τη συμπτωματολογία των συνθηκών αδιεξόδου μέσα στις οποίες «συναντούμε ως χώρα την αυγή της νέας δεκαετίας». Επισημαίνει ότι η «ανοχή των πολιτικών ηγεσιών (απέναντι στη βία και την αυθαιρεσία) έχει συντελέσει στην απαξίωση εννοιών όπως δημόσια τάξη, ποινή ή κύρωση». Οπως και το πραγματικά εφιαλτικό, αλλά σπάνια ομολογημένο ότι «η διαπαιδαγώγηση των νέων όπως και της κοινωνίας γενικότερα βρίσκεται στα χέρια ανθρώπων που διετέλεσαν οι ίδιοι στο παρελθόν κομματικοί χούλιγκαν και απλώς μεταλαμπαδεύουν τις αξίες τους». Δεν ζητάει ο Σ. Κ. αναθεώρηση του Συντάγματος από μη κομματικούς, αλλά συμπίπτει απολύτως στις διαπιστώσεις που θεμελιώνουν μια τέτοια απαίτηση.
Στο ίδιο φύλλο, η υποδειγματικής νηφαλιότητας δημοσιογραφική πένα του Κώστα Ιορδανίδη, διακινδυνεύει έμμεση, αλλά επώνυμη πιστοποίηση, εκφερόμενη με σχήμα υποθετικό: Ο (μη βουλευτής, ελέω μόνον αρχηγού) υπουργός Οικονομίας κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου «ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τα συμφέροντα των δανειστών» της Ελλάδας (ποιος δεν το βλέπει;), «δεν έχει στόχο την έξοδο της χώρας από την κρίση». Κάποτε, όσο ακόμα λειτουργούσαν οργανικές συνδέσεις της πολιτικής με την κοινωνία, μια τέτοια καταγγελία από τέτοια γραφίδα έριχνε την κυβέρνηση. Το ίδιο θα γινόταν και με τις εξόφθαλμες διαπιστώσεις που παρέθετε πριν από μιαν εβδομάδα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της «Κ», ο διευθυντής της Αλέξης Παπαχελάς: «Οι πολίτες αυτής της χώρας νιώθουν την απελπισία και δεν βλέπουν φως, μοιάζουν να βρίσκονται στο επίκεντρο μιας θύελλας και δεν είναι καθόλου σίγουροι ότι υπάρχει πυξίδα, καπετάνιος και εντέλει αντίπερα όχθη ασφαλής… Η χώρα έχει ένα διαλυμένο κράτος, δεν μπορεί να λύσει απλά προβλήματα όπως η διαχείριση των σκουπιδιών, τα πανεπιστήμιά της είναι τραγικά και όποια πέτρα κι αν σηκώσεις θα βρεις κάτι σάπιο από κάτω… Πρέπει να ξαναστήσουμε το ελληνικό κράτος, να βεβαιωθούμε ότι η ανομία δεν είναι πια ο κανόνας και να οργανώσουμε όλη τη χώρα σε άλλες βάσεις».
Είτε με διαπιστώσεις που υπαγορεύουν ένα κατεπείγον «πρέπει», είτε και με την άμεση πρόταση για την ανάγκη να συνταχθεί καινούργιο Σύνταγμα, συντονίζονται τα παραπάνω τέσσερα έγκυρα στον δημόσιο βίο ονόματα. Σίγουρα και πολλά ακόμα σοβαρά και ανιδιοτελή, που ο χώρος της επιφυλλίδας δεν αρκεί να τα περιλάβει. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν δημόσια δεσμευθεί σε έναν ελάχιστο, αλλά έμπρακτο ξεσηκωμό να σωθεί η πατρίδα από την καταστροφή. Πρέπει με κάποιον τρόπο να επιστρατευθούν για μια σοβαρή σπουδή των δυνατοτήτων λύσης, εξόδου από το αδιέξοδο.
Καινούργιο Σύνταγμα, καινούργια άρθρωση και δομή του κράτους, καινούργιες οριοθετήσεις του δημοσιοϋπαλληλικού υπουργήματος, καινούργιες προϋποθέσεις λειτουργίας του συνδικαλισμού, συνταγματικές προδιαγραφές δημοκρατικής οργάνωσης των κομμάτων. Αδύνατο να επιτευχθούν τέτοιοι στόχοι με ανίκανο, διεφθαρμένο, κλεπτοκρατικό πολιτικό σύστημα και με πολιτικό προσωπικό παγιδευμένο σε ενδημικές καταστάσεις ψυχοπαθολογίας, ενοχικής δωσιλογίας ή διανοητικών αγκυλώσεων. Πώς θα παρακαμφθεί αυτή η δεδομένη, αντικοινωνική «μαύρη αντίδραση» χωρίς να καταλυθεί η δημοκρατία; Ποιος θα επιλέξει και με ποια κριτήρια τα μέλη μιας Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης; Από ποιον θα κληθούν οι υπερκομματικοί συνταγματολόγοι (είδος υπό εξαφάνισιν στην Ελλάδα) να καθορίσουν προγραμματικούς όρους μιας (ούτε λίγο ούτε πολύ) παλιγγενεσίας;
Τουλάχιστον, όσους συγκλίνουν στην καταρχήν πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος από μη βουλευτές, θα μπορούσε να αναλάβει την πρωτοβουλία να τους συναθροίσει σε κοινό έργο ένας φορέας επιστημονικός: ο Δικηγορικός Σύλλογος, η Ακαδημία Αθηνών, η Ενωση Δικαστών. Να τους προσφέρει τις δυνατότητες επιτελικής σπουδής και μελέτης, συστηματικής άρθρωσης συμπερασμάτων για το εφικτό ή το ανέφικτο της πρότασης. Ασφαλώς το εγχείρημα μοιάζει αφύσικο στο πλαίσιο δημοκρατικού πολιτεύματος και οι καρποί του θα αποτελέσουν «παγκόσμια πρώτη» στα πολιτικά χρονικά, αλλά εδώ μιλάμε για κατάσταση επαπειλούμενου εφιάλτη, όχι απλώς έκτακτης ανάγκης. Αν δεν υπάρξει εξωκομματική κοινωνική πρωτοβουλία με υπεύθυνο δημοκρατικό σχεδιασμό, το εναλλακτικό ενδεχόμενο είναι η φρίκη της ανευθυνότητας του τυχαίου γκρουπούσκουλου που θα βρεθεί στην εξουσία.
Το Μνημόνιο δεν είναι απλώς δέσμη δημοσιονομικών μέτρων, αλλά πρόγραμμα βίαιου μετασχηματισμού της ελλαδικής κοινωνίας, όπως εκ παραδρομής αποκάλυψε ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ Πολ Τόμσεν («Κ» 14/12/2010). Δεν είναι λοιπόν η «δημοκρατία» που απειλείται. Κάθε πολίτης μη υποκείμενος σε κομματική εθελοτυφλία καταλαβαίνει ότι διακυβεύεται η ίδια η συλλογική μας ύπαρξη, και ότι με μόνες τις εύστοχες αναλύσεις της συντελεσμένης καταστροφής δεν σωζόμαστε. Χρειάζονται πρωτοβουλίες πράξης. Που μόνο θεσμοί εξ ορισμού επιφορτισμένοι με κορυφαίες κοινωνικές ευθύνες μπορούν να αναλάβουν.

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών - Αμεση απάλειψη από το Μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση των όρων που θίγουν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010





Γιανναράς Χρηστος- Αντιπρόταση στον δεκάλογο του κ. Στρος-Καν


Ημερομηνία δημοσίευσης: 17 Δεκεμβρίου 2010

Ο επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου κ. Ντομινίκ Στρος-Καν διατύπωσε δεκάλογο αναγκαίων μέτρων για την ανάκαμψη της χώρας μας από τη χρεοκοπία («Κ» 8/12/2010). Από τις δέκα προτάσεις του, οι δύο είναι συγκεκριμένες και ρεαλιστικές: Να συναρτηθούν τα ημερομίσθια (γιατί όχι και οι μισθοί;) προς την παραγωγικότητα και να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλματα. Οι υπόλοιπες οκτώ είναι γενικόλογο, καθόλου συγκεκριμένο ευχολόγιο, κοινότοπες ηθικολογίες (: Να μονοιάσουν τα κόμματα. Να παταχθεί η φοροδιαφυγή. Να επιταχυνθούν διαρθρωτικές αλλαγές. Να πληρώσουν περισσότερο οι εύποροι. Να μην πληγούν ακόμα πιο πολύ τα χαμηλά εισοδήματα. Να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότα. Να μειωθεί η γραφειοκρατία. Να αξιοποιήσει η κυβέρνηση τη «νίκη» που κατήγαγε στις εκλογές Τοπικής Αυτοδιοίκησης – νίκη με αποχή του 70% των ψηφοφόρων!).
Δεν έχει καμιά, μα απολύτως καμιά πρακτική αποτελεσματικότητα να αντιτάξει τον δικό του δεκάλογο προτάσεων για την ανάκαμψη από τη χρεοκοπία ένας απλός πολίτης, καταφανώς αμέτοχος στις ευθύνες της εξουσίας. Βεβαιωμένο, με πείρα δεκαετιών, ότι κανένα «κέντρο αποφάσεων» δεν πρόκειται να τον προσέξει. Ετσι, εξ ορισμού, και ο ρεαλιστικότερος δεκάλογος, ο εκτός κομματικού ψυχαναγκασμού, καθηλώνεται εκ των πραγμάτων στις προδιαγραφές ευχολογίου και αυτός.
Απομένει η λειτουργικότητα του παιγνίου: Να συγκριθεί ο δεκάλογος του άσημου πολίτη με τον δεκάλογο του κορυφαίου διαχειριστή της τύχης εθνών. Οχι για την ευφυΐα, μόνο για τον ρεαλισμό των προτάσεων. Σύγκριση, έστω, δίκην παιγνίου, σε ώρες συνθλιπτικής ανελπιστίας. Τα προτεινόμενα, λοιπόν, από τον πολίτη μέτρα, με αξιολογική σειρά προτεραιότητας, είναι:
1. Περικοπή κατά 50% της ετήσιας κρατικής επιχορήγησης προς τα κόμματα. Περικοπή κατά 50% κάθε μορφής αμοιβών που εισπράττουν οι βουλευτές. Επανάκριση του αιτιολογικού της πρόσληψης όλων των υπαλλήλων της Βουλής, απολύσεις των αργόσχολων, κατάργηση όλων των οικονομικών προνομίων που διαφοροποιούν τους υπαλλήλους της Βουλής από τους υπόλοιπους κρατικούς υπαλλήλους. Το πρώτο που απαιτεί η χρεοκοπία είναι να περιοριστεί το παντεσπάνι των φυσικών αυτουργών, όχι το ψωμί των θυμάτων.
2. Διάλυση, με νομοθετικό διάταγμα, όλων των εταιρειών του δημοσίου και απόλυση διοικητικών συμβουλίων και προσωπικού. Επανάκριση εξ υπαρχής από σώμα ημεδαπών και αλλοδαπών εμπειρογνωμόνων της αναγκαιότητας για την ύπαρξη κάθε τέτοιας εταιρείας και επαναπρόσληψη προσωπικού μέσω ΑΣΕΠ. Μόνο με προτεραιότητα στην πάταξη του κομματικού κράτους γεννιέται κοινωνική δυναμική ανάκαμψης.
3. Ενιαίο μισθολόγιο όλων των εργαζομένων σε δημόσιες υπηρεσίες (υπουργεία, οργανισμούς, τράπεζες, νοσοκομεία, Δικαιοσύνη, πανεπιστήμια, ένοπλες δυνάμεις). Κατάργηση κάθε μορφής «επιδομάτων» και διαφοροποίηση των μισθών με κριτήριο: α. Τους τίτλους σπουδών β. Το ποσοστό ευθυνών που διαχειρίζονται γ. Τη συνεχώς κρινόμενη ποιότητα προσφοράς έργου δ. Το ήθος συμπεριφοράς προς τους πολίτες-συμπολίτες τους.
4. Νομοθετική θέσπιση συστήματος συνεχούς αξιολόγησης, πειθαρχικού ελέγχου και ελέγχου παραγωγικότητας των υπαλλήλων του δημοσίου. Το νομοθετικό πλαίσιο να προϋποθέτει το δικαίωμα έφεσης για δυσμενή κρίση, αλλά και μηδενική ανοχή της φυγοπονίας, της ανικανότητας, της ραστώνης, της βάναυσης συμπεριφοράς. Οπως και βαρύτατες ποινές για μεροληψία, κομματισμό, υπερβολική επιείκεια των επιφορτισμένων με τον έλεγχο και την αξιολόγηση. Αν δεν αποκατασταθεί λειτουργικό κράτος με αξιοποίηση της πρωτοβουλίας και δημιουργικής φαντασίας των υπαλλήλων του, η παντοδαπή χρεοκοπία θα σέρνεται χωρίς τελειωμό.
5. Ανάκαμψη της οικονομίας και της κοινωνίας από τη διαλυτική παρακμή δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν ελευθερωθεί η χώρα από τον ζυγό του ασύδοτου συνδικαλισμού. Και όταν μιλάμε για συνδικαλισμό στη σημερινή Ελλάδα, αναφερόμαστε στις γκανγκστερικές μαφίες των επαγγελματιών του είδους που λυμαίνονται τον δημόσιο τομέα, ανυπότακτες σε νόμους και στο Σύνταγμα, αφού έχουν πείσει τα κόμματα ότι ελέγχουν δήθεν και καθοδηγούν την ψήφο της δημοσιοϋπαλληλίας.
6. Δεν μπορεί να υπάρξει αναπτυξιακή δυναμική χωρίς αλλαγή του κοινωνικού κλίματος. Πρωτεύει να εξαρθρωθούν οι παράγοντες που επενδύουν, για πλουτισμό ή για εξουσία, στην εξηλιθίωση των μαζών, στην κολακεία άλογων ορμεμφύτων. Μια σοβαρή στρατηγική ανάπτυξης προϋποθέτει τη ριζική κατάργηση του κρατικού τζόγου και της προστασίας που παρέχει το κράτος στον κρετινισμό του «επαγγελματικού» ποδοσφαίρου. Προϋποθέτει αλλαγή, με νόμο, της σύνθεσης και των αρμοδιοτήτων του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, δηλαδή την ενεργοποίηση αμείλικτου κοινωνικού ελέγχου των εμπόρων της «πληροφόρησης», «ψυχαγωγίας», αγωγής των Ελλήνων.
7. Για να τεθούν με αποφασιστικότητα σε εφαρμογή οι έξι παραπάνω προτάσεις, προϋποτίθεται η εξασφάλιση έννομης τάξης με νομοθετικές προδιαγραφές και μεθοδικές πρακτικές που ισχύουν μάλλον σε όλες τις χώρες-μέλη της Ε.Ε. Να μην έχει τη δυνατότητα καμιά ομάδα διαμαρτυρόμενων πολιτών να νεκρώνει ετσιθελικά τη ζωή των πόλεων θέτοντας σε ομηρεία εκατοντάδες χιλιάδων συμπολιτών της.
8. Οποιαδήποτε απόπειρα κοινωνικού μετασχηματισμού (είτε ηροστράτεια – μηδενιστική, όπως του Ανδρέα Παπανδρέου είτε τίμια και προοδευτική) προϋποθέτει μια ριζοσπαστική, από τα θεμέλια, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Από επιτελείο υπηρεσιακής (όχι κομματικής) στελέχωσης του υπουργείου Παιδείας. Να κατεδαφίσει η μεταρρύθμιση τη χρησιμοθηρική εκδοχή της σπουδής που αχρηστεύει το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα – τις δομές και πρακτικές που μεταβάλλουν το σχολειό και το πανεπιστήμιο σε πεδίο έγκαιρης άγρας κομματικών οπαδών, σε φυτώριο εγωκεντρικών διεκδικητών κατασφάλισης δικαιωμάτων. Μια κοινωνία δεν ανακάμπτει δίχως επανακατάκτηση οργανικής συνοχής, και η συνοχή προϋποθέτει «άνεμο» μιας άλλης παιδείας: Προτεραιότητα καλλιέργειας της κριτικής σκέψης, όχι της ποσοτικής πληροφόρησης – η γλώσσα ως λογική, τα μαθηματικά ως γλώσσα, η Ιστορία ως φρόνημα.
Ο χώρος της επιφυλλίδας δεν επαρκεί για να συμπληρωθεί δεκάλογος, αλλά και οι οκτώ μόνο προτάσεις ολοκληρώνουν τις προϋποθέσεις της σύγκρισης με τις αοριστολογίες του κ. Στρος-Καν. Η θεματική των προτάσεων έχει αναλυθεί πάμπολλες φορές από το «βήμα» αυτής εδώ της επιφυλλίδας χωρίς το παραμικρό ποτέ αποτέλεσμα επηρεασμού των κέντρων λήψης αποφάσεων.
Απομένει μόνο η δυναμική της σύγκρισης ως απίθανος (εντελώς) καταλύτης εκπλήξεων.

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Τσιαντής Κώστας - Μέσα ή έξω από το ευρώ; Ενωτικό μαζικό κίνημα για τη Νέα Ελλάδα στη βάση της διακήρυξης Θεοδωράκη


Μέσα ή έξω από το ευρώ; Ενωτικό μαζικό κίνημα για τη Νέα Ελλάδα στη βάση της διακήρυξης  Θεοδωράκη


Η κρίση που μαστίζει την πατρίδα και βιώνει καθημερινά ο λαός μας δεν έχει προηγούμενο. Και  οι εξελίξεις αναμένονται ακόμα πιο επώδυνες και καταστροφικές αν δεν αλλάξει ριζικά η πολιτική. Η κυβέρνηση, παρά την έκρηξη που σημειώνεται στον εργασιακό χώρο, παρά την διάλυση της κοινωνίας και την υπονόμευση της εθνικής κυριαρχίας με τους όρους δανεισμού που υπέγραψε[1],[2],[3] επιμένει στην πολιτική του Δ.Ν.Τ. Πολλοί επίσημοι μας καθησυχάζουν. Ωστόσο, κανένας σοβαρός οικονομολόγος δεν υποστηρίζει την επιτυχή  κατάληξη αυτής της πολιτικής.

Στις  8 Δεκεμβρίου 2010  ο διάσημος οικονομολόγος Νουριέλ Ρουμπινί, μιλώντας σε στελέχη από τον επιχειρηματικό και τραπεζικό χώρο στην Αθήνα, τόνισε ότι τα δύο  πιθανά σενάρια  για την Ελλάδα είναι πλέον είτε η ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους της  είτε η έξοδος από την Ευρωζώνη, δηλαδή η  επιστροφή στη δραχμή[4].  Την επιστροφή στη δραχμή μας συστήνουν και σοβαροί έλληνες οικονομολόγοι, όπως ο καθηγητής Ανδρέας Αθηναίος (με σειρά εκπομπών που έχουν  παρουσιαστεί στο High TV), o καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου  Κώστας Λαπαβίτσας (σε συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία το Νοέμβριο)[5] καθώς και άλλοι[6], οι οποίοι στηρίζουν την ανάλυσή τους στη σύγχρονη χρηματιστηριακή συσσώρευση του κεφαλαίου και στην πολιτική των κλασματικών αποθεμάτων με την οποία οι τράπεζες παράγουν χρήμα από το τίποτα,  σπρώχνοντας κράτη και επιχειρήσεις στη χρεωκοπία και την ξένη εξάρτηση. Είναι αποκαλυπτική από την άποψη αυτή η «εξομολόγηση ενός οικονομικού δολοφόνου»[7].

Την αντίθεσή τους όμως για επιστροφή στη δραχμή εκφράζουν άλλοι   οικονομολόγοι, οι οποίοι αποδίδουν την κρίση στο γεγονός ότι η Δύση, και πολύ περισσότερο η Ελλάδα, απέτυχε να ανταγωνιστεί την Ανατολή στο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας. Έτσι σε πρόσφατο άρθρο του στο capital.gr o Ορέστης Θεόδωρος  ισχυρίζεται ότι  «η επιστροφή στη δραχμή θα έχει κόστος πολέμου...»[8]. Η ελληνική χρεοκοπία, τονίζει, είχε δρομολογηθεί μια με δυο δεκαετίες πριν από την είσοδό μας στο ευρώ στο βαθμό που δεν έγιναν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις:  «Δρομολογήθηκε όταν εμφανίστηκαν οι αναπτυσσόμενες χώρες με τα φτηνότερα εργατικά χέρια και εμείς αντί να αντιδράσουμε ορθολογικά αρχίσαμε να βουλώνουμε τρύπες με δανεικά...». Η παραπάνω τοποθέτηση είναι συνυφασμένη  με το πρόβλημα της αποβιομηχάνισης της χώρας, την οποία  επεσήμαινε σταθερά επί χρόνια ο καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο πανεπιστήμιο του Παρισιού Κώστας Βεργόπουλος, καταδείχνοντας τη στρεβλή καπιταλιστική συνθήκη που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα με στόχο την εκμετάλλευση και απομύζηση του εθνικού προϊόντος, καθώς και την ακύρωση κάθε αυτόνομης ανάπτυξης.

Την  αναζήτηση της λύσης εντός της ΕΕ υποδηλώνουν και οι 14 προτάσεις του νομπελίστα οικονομολόγου Χριστόφορου Πισαρίδη στην Καθημερινή[9],  τις οποίες συνυπογράφουν και οι καθηγητές  στις  Η.Π.Α Κώστας Αζαριάδης, και  Γιάννης Ιωαννίδης. Ως προϋπόθεση των  «ριζοσπαστικών αναπτυξιακών στρατηγικών» που προτείνουν τίθεται η λήψη μέτρων με τα οποία η κοινή γνώμη θα πεισθεί πως επίκειται σοβαρή πάταξη της διαφθοράς,  φυλακίζονται οι μεγάλοι σφετεριστές του δημοσίου χρήματος, γίνεται παραίτηση των πολιτικών από σκανδαλώδη προνόμια και  βελτιώνεται η εφιαλτική ανεπάρκεια του Δημοσίου.

Μπροστά στις αντιτιθέμενες ανωτέρω σχολές οικονομικής σκέψης  είναι προφανές ότι η απάντηση στο ερώτημα «μέσα ή έξω από το ευρώ» δεν είναι της μορφής «άσπρο-μαύρο» και, συνεπώς, το ερώτημα πρέπει να εξετασθεί στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, όπου οι οικονομικές προτάσεις συνεκτιμώνται μαζί με άλλους παράγοντες. Σήμερα η σχέση πολιτικής, οικονομίας και γεωστρατηγικής για τη χώρα μας είναι κρίσιμη και καθιστά το οικονομικό μας πρόβλημα ουσιαστικά πρόβλημα υψηλής πολιτικής την οποία ελάχιστοι ίσως μπορούν να ασκήσουν.  Μεταξύ αυτών δεσπόζουσα θέση κατά τη γνώμη  μου καταλαμβάνει ο ακαδημαϊκός Βασίλης Μαρκεζίνης, του οποίου οι πρόσφατες ομιλίες επί των οικονομικών και εθνικών μας θεμάτων είναι αξιοσημείωτες[10],[11].
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Βασίλης  Μαρκεζίνης τοποθετεί τις οικονομικές του προτάσεις δίδεται στο Παρόν της 28/2/2010,  σε μια στιγμή  όπου δεν είχε ακόμα αποφασιστεί η πολιτική του Μνημονίου και ανακοινωθεί το αναθεωρημένο ύψος του ελλείμματος ( 15.4 % του Α.Ε.Π.)[12].  Στο άρθρο του ο Μαρκεζίνης αναγνωρίζει την ευθύνη που φέρουμε  οι ίδιοι ως χώρα για την κρίση, αλλά παράλληλα επισημαίνει το μερίδιο ευθύνης  που έχει  ο εξωτερικός παράγοντας  Ο παράγοντας αυτός, τονίζει, «σχετίζεται με τις άπληστες τράπεζες της Γουόλ Στριτ και του Σίτι του Λονδίνου», οι περισσότερες από τις οποίες «αν και διασώθηκαν με χρήματα φορολογουμένων και, τα τελευταία χρόνια, πλούτισαν αφάνταστα, επιμένουν να μη χρησιμοποιούν τα νέα κεφάλαια για να βοηθήσουν τις δυσπραγούσες μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις ή και το ίδιο το κράτος». Στην Ελλάδα όντως ζούμε σήμερα καθημερινά αυτή την τακτική των τραπεζών, οι οποίες αν και  έχουν στηριχτεί από το κράτος με 55 περίπου δις ευρώ (πέρυσι και φέτος), εντούτοις παραμένουν αδιάφορες μπροστά  στην κατάρρευση της παραγωγικής μας βάσης, οδηγώντας τις παραγωγικές μας επιχειρήσεις στο κλείσιμο και τους εργαζόμενους στην ανεργία και την κοινωνική περιθωριοποίηση.
Τη λύση στο πρόβλημα πρέπει να την αναζητήσουμε, έλεγε το Φεβρουάριο ο Μαρκεζίνης, εκτός του Δ.Ν.Τ, αλλά εντός της ΕΕ, και ιδιαίτερα σε συμπαράταξη με εκείνα τα κράτη της Ευρώπης με τα οποία διατηρούμε ουσιαστικές σχέσεις, όπως η Γαλλία και, ενδεχομένως, η  Γερμανία (έστω και αν αυτή προσπαθεί να μας φέρει στο χείλος της αβύσσου, αποβλέποντας  να αποκτήσει μερικές από τις καλύτερες εταιρείες μας). Οι αγγλοσάξονες,  τόνιζε,  μας θέλουν στο ΔΝΤ,  «ελπίζοντας ότι θα προκαλέσουν έτσι τη γενικότερη παρακμή του ευρώ».  Όμως τη στήριξή μας δεν θα την αναζητήσουμε μόνο στους ευρωπαίους, αλλά και στην Κίνα, «η οποία, αυτήν την εποχή, χρηματοδοτεί τις ΗΠΑ, ουσιαστικά ολόκληρη την Αφρική και έχει, επίσης, διαρκώς πιο ενεργό παρουσία στη Νότια Αμερική».
Σήμερα βέβαια  η παρουσία  στη χώρα μας του Δ.Ν.Τ. είναι γεγονός. Ωστόσο οι ιδέες-προτάσεις  του Β. Μαρκεζίνη για πολυδιάστατη πολιτική ανθούν ξανά, βρίσκοντας γόνιμο έδαφος μέσα στη διακήρυξη που κινήματος ανεξάρτητων πολιτών ΣΠΙΘΑ την οποία παρουσίασε ο Μίκης  Θεοδωράκης στη δίωρη ομιλία του στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης την 1η Δεκεμβρίου 2010  παρουσία πλήθους πολιτών[13].  Η διακήρυξη αυτή είναι μνημειώδης για το παρόν και το μέλλον της Ελλάδας και αποτελεί τομή και κείμενο αναφοράς για πολιτική μας ιστορία.
Κορμός  στο δέντρο των ιδεών και των προτάσεων Θεοδωράκη είναι ο ελληνικός πολιτισμός κατά τις αδιάκοπες φάσεις της ιστορικής του εξέλιξης, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα.  «Είμαστε σε θέση να γίνουμε ουσιαστικά ανεξάρτητοι;», ρωτάει ο Θεοδωράκης. «Και το κυριότερο: Μπορούμε να αποφασίσουμε να ζούμε διαφορετικά απ’ ό,τι συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες, από τότε που ενέσκηψε το πάθος του καταναλωτισμού», που στηρίζεται σε έναν τρόπο ζωής ξένο προς τον ελληνικό χαρακτήρα και που μας έκανε να ζούμε με δανεικά- προς όφελος των μεγάλων οικονομικών μονοπωλίων;
Οι προτάσεις Θεοδωράκη όσον αφορά την οικονομική και εξωτερική μας πολιτική περνούν από τα εξής κρίσιμα  σημεία: (1) έξοδό μας από το ΔΝΤ, (2) «επανεξέταση των συμφωνιών μεταξύ Ελλάδας και ΝΑΤΟ και απαλοιφή όσων συμφωνιων θίγουν τα εθνικά μας συμφέροντα»,  (3) «στροφή από τη μονομερή εξάρτηση από ΗΠΑ και Ευρώπη», και (4) «σύναψη νέων συμφωνιών με Ρωσία και Κίνα με όρους, πρώτον, τη μακρόχρονη εξόφληση του χρέους, δεύτερον, εξόφληση σε είδος και, τρίτον, συμψηφισμό χρεών με την ίδρυση κοινοπραξιών γύρω από εγχώριες πλουτοπαραγωγικές πηγές με απόλυτη διασφάλιση των εθνικών μας συμφερόντων».
Οι προτάσεις Θεοδωράκη εναρμονίζονται προφανώς με εκείνες του Β. Μαρκεζίνη στα θέματα της οικονομίας και της εθνικής εξωτερικής  πολιτικής. Η εναρμόνιση αυτή αλλά και η εμπιστοσύνη που μας εμπνέουν οι μεγάλες αυτές προσωπικότητες είναι η στέρεα βάση για τις επιλογές και την πολιτική ενεργοποίησή μας.  Οι προτάσεις  της ΣΠΙΘΑ, σε σχέση με  εκείνες που θέλουν την έξοδό μας από το ευρώ, έχουν και διεκδικούν ισχυρότερα πολιτικά ερείσματα για τη χώρα. Στη βάση αυτών των προτάσεων είναι καιρός να συσπειρωθούν οι κοινωνικές δυνάμεις, να ενθαρρυνθούν νέοι  άνθρωποι να μπουν στην πολιτική, να αξιοποιηθούν  έμπειρες ηγετικές προσωπικότητες και να αναδειχτούν ακέραια και ικανά στελέχη μέσα από  ένα διευρυνόμενο μαζικό λαϊκό κίνημα για ανατροπή της υπάρχουσας πολιτικής και   την οικοδόμηση της Νέας Ελλάδας.


[6] http://www.epicurus2day.gr/ , δες « οι αλήτες».
[13] http://elepistole.blogspot.com/              
                                                                                                                             Κ.Ν.Τ