Share

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Τσιπάς Γιώργος- ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΗ ΠΟΛΗ ΟΙ ΟΧΤΡΟΙ:


Το αίτημα για την Επιστροφή της Πολιτικής

Ο Άνθρωπος, που τον είδαν χιλιάδες χρόνια πριν, να μάχεται μαζί με άλλους, σε μια τεράστιας    σημασίας για την  Ιστορία, κοινή προσπάθεια επιβίωσης
  • Ορίζοντας, σ’ αυτή του τη μάχη τη Κοινωνία[1]
  • κατακτώντας, σ’ αυτό το δόσιμο ζωής για τον άλλο, το δικό του Δικαίωμα στη Ζωή: Στην εργασία ,στην Υγεία, στην  Ασφάλιση στη Παιδεία[2].
Ο Άνθρωπος, που οργάνωσε αυτή τη μάχη, αυτή τη κοινή προσπάθεια για την επιβίωση σε Πόλη.
Ο Άνθρωπος, που όρισε σα Σκοπό της Πόλης του, το συμφέρον του Πολίτη.[3]
Ο Άνθρωπος, που εξόρισε απ’ τη Πόλη του τη βία[4], γεννώντας το Δίκαιο ,την Κωμωδία
             και τον Αθλητισμό[5].
Ο Άνθρωπος που κατασκεύασε λεωφόρους Λογοτεχνίας, Μουσικής, Τεχνών ,Θεάτρου
             κι Επιστημών   για να κοπιάσουν οι Λαοί στη Πόλη, και να γευτούν τα θαύματά της.
Ο Άνθρωπος, που μορφοποίησε κατ’ αυτόν τον τρόπο ,τη Πόλη του σε Πολιτισμό.
Ο Άνθρωπος που σεβόταν τη Φύση, τον εαυτό του και το Διαφορετικό.
Ο Άνθρωπος του μόχθου.
Ο  μακρινός μας πρόγονος στις Θερμοπύλες Πνευματικό κάστρο Αξιών
Που κτίστηκε λίγο-λίγο.. Αργά .. Καθημερινά..Για χρόνια…
απ’ τα καλύτερα υλικά της Φύσης.
απ’ τις  σταλαγματιές της Κρήνης του Ήθους  Εκεί που ξεδιψούν οι Δημιουργοί
κι απ’ τα μικρά απαστράπτοντα πολύτιμα λιθαράκια της Αιώνιας Θέλησης κι Επιλογής
να γίνουμε Άνθρωποι
Υπερβαίνοντας τη Ζωώδη μας πρωταρχή[6].
Αυτός ο μακρινός μας πρόγονος κι ο χθεσινός του απόηχος-
Στο Μεσολόγγι, στα βουνά της Πίνδου,
στον τοίχο της Καισαριανής
και στο Πολυτεχνείο.

Αυτός που θεμελίωσε παγκόσμια τον κύκλο του Πολιτισμού:
Γνωρίζω..   κι Αλλάζω…. Την αρχική μου συνήθεια …να Υπομένω… τους κυβερνήτες
που μ’ εκμεταλλεύονται.
Και ξανά..
Γνωρίζω..και πάλι Αλλάζω… κι Εθίζομαι  …να Επιμένω… για να  τους  ελέγξω
Και  ξανά…
Γνωρίζω …και πάλι Αλλάζω  …και Θέλω τώρα… να διεκδικήσω το δίκιο μου…
Συμμετέχοντας στις  αποφάσεις
Και ξανά… Γνωρίζω… κι Αλλάζω …κι Απαιτώ πλέον  να είμαι Λεύτερος..
Να χω  σαν Δήμος δηλαδή σαν Λαός, το Κράτος ή τη Δύναμη  των αποφάσεων
Και ξανά… Γνωρίζω… και πάλι Αλλάζω……
Ένας κύκλος Πολιτισμού Που αφορμάται απ’ τη Γνώση.
Και μέσα από  Αλλαγές, Συνήθειες, Αιτήματα και Θέληση
κρυσταλλώνει ‘Ηθος.
‘Ηθος Υπομονής ν’ αντέξουμε.
Επιμονής ν’ αλλάξουμε.
Δίκιου κι Ελευθερίας να γίνουμε Άνθρωποι.

Και το ‘Ηθος σμιλεύει μέσα μας τα “Πρέπει”
Πρέπει ν’ αντέξουμε. Πρέπει ν ‘ αλλάξουμε. Πρέπει να γίνουμε Άνθρωποι.
Κι αυτά τα “Πρέπει”, να μην είναι άλλα απ’ τις μορφές των Αξιών[7].
Το φωτεινότερο ανάγλυφο των Αιώνων-
Ο ζητούμενος κρυφός μας εαυτός.
Ο Δημιουργός, αυτής της πορείας στην Ιστορία.
Ο Δημιουργός  αυτού του Πολιτισμού.
Αυτός που ονομάστηκε απ’ τον Αριστοτέλη  “πολιτικό όν”.
Αυτός που δεν γεννιέται, αλλά Γίνεται. Με θέληση, Ήθος  κι Αξίες.
Αυτόν που απεγνωσμένα χρειαζόμαστε σήμερα, στη πιο κρίσιμη καμπή μας
στην νεώτερη Ιστορία.
Και δυστυχώς απουσιάζει, υπολειτουργεί, υπνώττει.
Όμηρος  κι αυτός, όπως όλοι μας, απ’ τους αθλιότερους 
οχτρούς που μπήκαν ποτέ στη Πόλη..

Αφού παλέψαμε το Φασισμό, στα 1940, με νύχια και με δόντια.. Στα βουνά και στις πόλεις.
Κι οι οχτροί δεν ήσαν απέναντί  μας..
Αφού στήσαμε τοίχος ανθρώπινο, τοίχος λευτεριάς και λεβέντικο στα τανκς της Δικτατορίας.
Κι οι οχτροί δεν ήσαν απέναντί μας..
Αφού γκρεμίσαμε τον βασιλιά.
Κι οι οχτροί δεν ήσαν απέναντί μας.
Κι αφού χάραξε επιτέλους η Νίκη Και θεμελιώθηκε το Μέλλον μας στο αίμα, στις φυλακίσεις,
στα βασανιστήρια και στις εξορίες των δικών μας Ηρώων.
Αφού καταλάγιασε το συναίσθημα της μάχης.
Αφού ειρήνευσε ο τόπος.
Αφού ξεπέζεψαν οι  Ήρωες απ’ τ’άλογα και κρέμασαν τα σπαθιά..
Τότε φανήκαν…
Τους είδαμε σιγά – σιγά να βγαίνουν απ’ τις τρύπες τους
Εκεί που κρύβονταν Απ’ τη Γαλλία ως την Αμερική Σ’ όλη τη διάρκεια της μάχης.
Εκεί που φώλιαζαν, περιμένοντας υπομονετικά να καθαρίσει το τοπίο
Να περάσει ο κίνδυνος..
Και τότε, ναι τότε , βγήκαν…
Τους είδαμε νάρχονται.. Να μπαίνουν στη Πόλη..
Να εκμεταλλεύονται την ανοχή, την ταπεινότητα και
τη μεγαλοψυχία των  δικών μας Ηρώων.
Να στέκονται δίπλα τους, να φωτογραφίζονται μαζί τους,
για να πάρουν απ’ τη λάμψη τους..
Και μετά τους είδαμε, να καβαλούν τ’ αποσταμένα τους άλογα..
Κι αφού ιδιοποιήθηκαν τα σπαθιά των αγώνων, να  γυρνοβολούν  στις γειτονιές,
κραδαίνοντάς τα..
Σαν σ’ αποκριάτικο πάρτι…
Κομπάζοντας, κολακεύοντας και χαϊδεύοντας, τις μεγαλύτερες μας επιθυμίες..
Προσφέροντας δώρα… Απατηλά και ψεύτικα … Σαν τους ίδιους.
Κι εμείς…. Απ’ τη χαρά της Νίκης… Γελούσαμε σαν τα παιδιά…
και κάναμε τα σπαθιά τους φυλακτά.
Μα τα σπαθιά δεν ήσαν πια στα χέρια των δικών μας Ηρώων  
Ήσαν στα χέρια των άθλιων οχτρών
Και δεν μάτωναν πια τ’ άδικο…. Μάτωναν τα όνειρά μας.

Κι οι οχτροί γιγαντώθηκαν.
Φτιάξαν Σύνταγμα Ολιγαρχικό.
Και μ’ αυτό  Πολιτεία που την βάφτισαν  Δημοκρατία[8]..Για να μας μπερδέψουν.
Μας στέρησαν και το Δικαίωμα να κάνουμε Δημοψήφισμα.
Για να’ ναι ασφαλείς όταν μας κλέβουν.
Προνόησαν και για την Αποχή. Να μπορούν να κάνουν ισχυρές κυβερνήσεις,
ακόμα κι αν απέχουμε στις εκλογές οι ογδόντα απ’ τους εκατό.
Κι άρχισε το μεγάλο Φαγοπότι. Με τους Υπουργούς να σέρνουν το χορό της αρπαγής
Και το πρώτο μεγάλο πλυντήριο να στήνεται και να λειτουργεί τέλεια.
Οι μίζες της Διαπλοκής- δισεκατομμύρια ευρώ- με το τέχνασμα των
offshore εταιρειών, να γίνονται διαμερίσματα κότερα
καταθέσεις στο εξωτερικό για τους αντιπροσώπους,
ενώ ισοδύναμα κόβονταν απ’ τους μισθούς μας απ’ τις Συντάξεις
κι απ ‘ τα φάρμακα των γέρων μας.
Φώναξαν τους οικονομικούς δολοφόνους της  Γκόλντενσακς..
Κι έδωσαν   εντολές στ’ ασφαλιστικά Ταμεία να παίξουν τον κόπο
των εργαζομένων για μια ολόκληρη ζωή στο Χρηματιστήριο..
Και μας  έριξαν βορά στα θηρία.. Στο Κολοσσαίο της ΟΝΕ.
Κι όλα αυτά, με μας στο περιθώριο..
Χωρίς το Δικαίωμα, μ’ ένα Δημοψήφισμα, να κραυγάσουμε την απελπισία μας..
«Πού μας πάτε, ρέεεεε…»
Και το  έλλειμμα  φτιάχτηκε…
`Ενας  χορός αρχαίου δράματος… Με σκηνή το Βατοπέδιο,
τη  Siemens, τις Τράπεζες, τη Βουλή, τα καταναλωτικά δάνεια,
τις πλαστές επιδοτήσεις, τις τιμές του πετρελαίου,
τα  τοκογλυφικά επιτόκια, το χρηματιστήριο, τα κανάλια.…
Με σκηνοθέτες, σεναριογράφους κι ηθοποιούς, τους άθλιους οχτρούς..
Και με χορηγούς  τους θεατές.. Εμάς .. Τον δύστυχο Λαό.

Και το δεύτερο πλυντήριο, να στήνεται και να λειτουργεί κι αυτό εξαιρετικά.
Καμιά είδηση Που να προσβάλει το οχυρό των οχτρών, το Σύνταγμα.
Σε κανένα κανάλι Σε καμιά εφημερίδα.
Όλα να ρέουν κανονικά. Μια ένοχη σιωπή παντού..Και τρομοκρατία..

Δεν είναι ο χαφιές του 60, που σερνόταν στις σκιές για να μας καρφώσει στην ασφάλεια.
Ούτε ο παρακρατικός με το ρόπαλο που κτυπούσε το φοιτητή..
Μα οι δημοσιογράφοι των καναλιών, που ξερνούν καθημερινά
στα πρόσωπά μας, τρόμο, πανικό κι ανασφάλεια.
Η γρίπη των πουλερικών που γίνηκε γρίπη των χοίρων…..
Ποιος θα ξεχάσει τον τρόμο και την αγωνία των φοβισμένων και πανικόβλητων
 που ζήταγαν απεγνωσμένα εμβολιασμό. 
Κι ακόμα δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει, με τα συμφέροντα που   τους καθοδηγούν..
Και τα παπαγαλάκια των καναλιών, χρόνια τώρα, απτόητα..
Κρίση..Κρίση …Κρίση… Καταστροφή… Καταστροφή ….Καταστροφή…
Ν’ αναλύουν τ’ αδιάφορα…. Τ’ ασήμαντα….

Κι Ενώ ο Λαός κυκλώνει τη Βουλή, κι οι ιαχές «κλέφτες, κλέφτες»,
για πρώτη φορά γίνονται θηλιές που σφίγγουν απ’το λαιμό τους οχτρούς…
Κι Ενώ τα ερωτήματα είναι κραυγαλέα «πώς επιτρέπεται το έλλειμμα πού φτιαξαν
οι αντιπρόσωποι, να το πληρώσουν οι φτωχοί, οι συνταξιούχοι κι οι μισθωτοί» …  
Κι Ενώ η ζωή μας φεύγει μέσα απ’ τα χέρια…     
Η δημοσιογραφία ένοχη, περιδιαβαίνει  τα μονοπάτια μιας εφιαλτικής προδοσίας..

Κι εκεί που ‘πρεπε, να πάρουν το λόγο οι πνευματικοί μας άνθρωποι…
Να βγουν μπροστά  Να μας υπερασπιστούν…
Όπως στο παρελθόν… Ο Ελύτης, ο Καζαντζάκης, ο Σεφέρης ….
Σήμερα .. Τίποτα.. Μηδέν …Σκοτάδι… Τ’ απόλυτο κενό…

Κι αντί γι αυτούς… Χρόνια τώρα να λειτουργεί και να επιτυγχάνει αυτή την ανυπαρξία
Το τρίτο πλυντήριο:
Της Γνώσης …. ή Απόγνωσης…
Των σκουπιδιών, που πλημμυρίζουν με Σχέδιο την εκπαίδευση
 Σ’ όλες της, τις βαθμίδες                               
Κι αφαιρούν οργανωμένα το κριτήριο της επιστήμης:
“Μια υπόθεση για να ναι σωστή, πρέπει να την αληθεύει η πράξη”.                                                                                                                                                                  Η μεγαλύτερη επιτυχία των οχτρών. Ο νέος Μεσαίωνας.
Τα Σχολεία ανοικτά μα- Μαύρη Τρύπα της κριτικής ικανότητας- η Γνώση απέξω.     

Τριανταπέντε χρόνια τώρα, η υπόθεση-ελπίδα ότι θα λυθούν τα μεγάλα μας προβλήματα
απ’ τους αντιπροσώπους, γίνηκε η μεγαλύτερη Κωμωδία στην Ελληνική Ιστορία.
Το γέλιο των Αιώνων, που θα  ‘κανε και τον Αριστοφάνη ακόμη, να ζηλεύει ή να πονά.
Ζήλεια για το γέλιο πού ‘φτιαξαν  άλλοι και πόνο για τη κατάντια μιας χώρας
που Γέννησε τη Πολιτική και τη Δημοκρατία.
Γέλιο και κλάμα μαζί..
           
Κι εδώ , στα 2010, το έργο τέλειωσε.
Κι οι οχτροί, δρέποντας τα συγχαρητήρια των δικών τους δημοσιογράφων και ιστορικών
            ησυχάζουν στις βίλλες τους Που εμείς πληρώνουμε.
Ενώ εμείς, εκεί. Πετρωμένοι στις θέσεις μας. Στις κερκίδες του Θεάτρου.
Με το λογαριασμό στα χέρια μας Απλήρωτο.
Στην αρχή μιας βαθιάς Δουλείας. Φτωχοί,  ανήμποροι,  υπνωτισμένοι , όμηροι.
‘Ομηροι …  Σ’ ένα καταναλωτικό δίχτυ, που ύφαναν με τέχνη οι οχτροί και πραγμάτωσαν οι Τράπεζες.
Ανήμποροι και φυλακισμένοι. Στα ίδια μας  τα σπίτια. Που μοιάζουν, με τη πίεση των Δανείων,
περισσότερο με μπουντρούμια της ΕΑΤ-ΕΣΑ παρά με οικογενειακά άσυλα.
Υπνωτισμένοι  απ’ την άγνοια. Με μοναδικές επιλογές εξόδου, την αταξική κοινωνία των συντρόφων και τον παράδεισο των χριστιανών. Τόσο μακρινά και τα δυο για να μεριάσει η οργή μας.
Πετρωμένοι. Μα όχι αγάλματα. Γιατί κι αυτά φτιάχτηκαν, πήραν μορφή, απ’ τις αξίες των δημιουργών τους. Φέρνουν μέσα τους κάτι απ’ τον πλούτο και το Φως της εποχής τους.
Αντίθετα εμείς. Πέτρα και φτώχεια. Θύματα της εξουσίας των οχτρών.
Προδομένα σφαχτάρια στα θεμέλιά της.
Σ’ ένα τέλειο διάγραμμα Απαξίωσης. Βήμα-βήμα.

Το πρώτο. Ο διορισμός. Μ’ αγωνία, μ’ εξετάσεις ή με  μέσον. Με κάθε τρόπο.
Να μπούμε στην ομάδα των “τεμπέληδων της εύφορης  κοιλάδας”
Εκεί που δεν χρειάζεται κόπος για ν’ αποκτήσεις τ’ αγαθά Για τ’ άκοπο χρήμα.

Την ώρα, που οι παππούδες μας, πενήντα χρόνια πριν, ίδρωναν, έλιωναν, αγκομαχούσαν   στο υνί, για να  οργώσουν τη γη  και να καρπίσει τα δώρα της ζωής.
Την  ώρα που έστυβαν τη πέτρα και τη κάνανε  ψωμί για να ζήσουν, προστατεύοντας με το ίδιο τους το αίμα το ιερότερο θεμέλιο της κοινωνίας τους, την οικογένεια.
Την ίδια ώρα σήμερα, οι γιοί και τα εγγόνια, να υπογράφουν… , να υπογράφουν …, να υπογράφουν …, και να σφραγίζουν … να σφραγίζουν … ,να σφραγίζουν…
Αφού μας έπεισαν, ότι εμείς και τα παιδιά μας θα ζήσουμε άκοπα.
Και κτίστες, αγρότες, ξυλουργοί  και σιδεράδες, …. Άλλοι. Παρακατιανοί …Δύστυχοι… Ξένοι…   Που τους έφεραν παράνομα και πλημμύρισαν τον τόπο. Χωρίς να μας ρωτήσουν.
Μακριά κι απ’ την Τεχνική Εκπαίδευση, που ποτέ δεν φτιάξανε.

Κι η συνείδησή μας χαλάρωσε…  Και χώρεσε όλα τους τα σκάνδαλα….
Και  τα διαζύγια αυξήθηκαν. Κι άδειασαν οι δρόμοι από διεκδικητές  κι  οργισμένους απεργούς…
Και γιόμισαν τα γραφεία των οχτρών, από χειροκροτητές του δράματος, από ανεύθυνους- μακριά απ’ τη λήψη των αποφάσεων- και τελικά συνένοχους, που έθεσαν αρχή κι αξία το «όλοι τα ίδια κάνουνε»  και το    «ωχ αδελφέ».
Κι όλα αυτά, για μια θέση στο Δημόσιο. Για το ψεύτικο κι απατηλό άκοπο χρήμα. Για τη Γή της Επαγγελίας των οχτρών. Την εύφορη κοιλάδα των αργόμισθων……

Και το  “πολιτικό όν”, εκφυλίστηκε. Από πολίτη, σε πελάτη..
Και πελάτης πια, ζωάκι αδύναμο, σαν  τότε, πριν την εποχή των Σπηλαίων, που προσπαθούσε άλαλο και γυμνό να επιβιώσει στην απέραντη γήινη  ζούγκλα… Δαρμένο , με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια, να προσμένει μ’ αγωνία τις αποφάσεις των οχτρών.
Τ’ αφεντικού…. Π’ αυτός πληρώνει. Π’ αυτός έβαλε στο θρόνο….
           
Δράμα ; …         Κωμωδία;…..    Τραγωδία;……
Εμπρός του κόσμου οι ερευνητές..Περιγράψτε με το κατάλληλο λογοτεχνικό είδος τα γεγονότα……  Δυστυχώς, δεν υπάρχει.
Νέμεσις…. Ναι….. Αυτή ζούμε….    
Ανταπόδοση στην  ‘Υβρη μας…  ‘Υβρις πενήντα χρόνων…
Κι η λύση ;      
Κάθαρση….
Πώς ;

Μ’ αποδοχή  αρχικά της δικιάς μας ευθύνης στα γεγονότα του τέλματος… Μ’ εσωτερική συντριβή
Μετάνοια δηλαδή, για όλα αυτά που εμείς επιτρέψαμε…
Εντοπισμό όλων εκείνων που μας τύφλωσαν… Πολιτικών, κομμάτων απ’ τη Δεξιά ως την Αριστερά,  δημοσιογραφίας και στημένων αλωμένων απ’ τα συμφέροντα υπουργών της Εκπαίδευσης.
Απομόνωσή τους.  Σ’ επίπεδο κοινωνικό. Εκεί που είναι η δύναμή μας.
Να καταργήσουμε  την δυνατότητα  των λίγων να αποφασίζουν για μας. 
Ενότητα λοιπόν.. Μ’ αίτημα να κάνουμε Θεσμό, τις Αποφάσεις του Λαού στα προβλήματα. Αλλάζοντας  το  Σύνταγμα.
Κι  επειδή όπως είναι αναμενόμενο, δεν πρόκειται να μας διευκολύνει κανείς απ’ τους υπάρχοντες πολιτικά ισχυρούς μηχανισμούς, οφείλουμε να ξεκινήσουμε απ’ τους εργασιακούς μας χώρους κι απ’ τους Δήμους.
Χρησιμοποιώντας το πρόγραμμα Ηλεκτρονικών  Υπολογιστών “Περικλής”, που φτιάχτηκε για να ελέγχονται άμεσα οι κυβερνώντες, μπορούμε να προχωρήσουμε σε γρήγορα Δημοψηφίσματα  τόσο στους τόπους δουλειάς όσο και στους Δήμους .
Δείχνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, σε πανελλαδικό πια επίπεδο, ότι μπορούμε να κυβερνηθούμε διαφορετικά.
·    Για να μην επιτρέψουμε ξανά  σε κανένα να κλέψει τις κατοχυρωμένες  μ’ ιδρώτα και αίμα συντάξεις των δικών μας γέρων και να μπορέσουν να φύγουν περήφανοι.     ’Ετσι όπως έζησαν. Κι έτσι όπως φτωχικά μα τίμια μας μεγάλωσαν.
·    Για να ελέγχουμε εμείς τις τιμές κι όχι οι κερδοσκόποι.
·    Για να σταματήσει η τοκογλυφία των Τραπεζών.
·    Για να οδηγήσουμε το καράβι μας, εκεί που συμφέρει εμάς  το Λαό κι όχι τους λίγους.
·   Για ν’ αποκτήσουμε Παιδεία και να δούμε έστω κι ενάντια σ’ όλες τις δυνάμεις του κακού, το ΦΩΣ του ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ. Αυτό που  έκρυψαν καλά  οι οχτροί, τόσα χρόνια απ’ τους νέους. Κι που ενώ  στην Αμερική ετοιμάζονται να λειτουργήσουν τους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές  με Γλώσσα την Ομηρική διάλεκτο, αυτοί ακόμη και σήμερα, ξεδιάντροπα κι έρποντας, να προσπαθούν να εισάγουν την Αγγλική στη Πρώτη του Δημοτικού.
·    Για να βρούμε λοιπόν το Φως του Ανθρωπισμού και να  βγούμε απ’ τη πλάνη.
·                    Για να ‘χουμε Δικαιοσύνη.
·     Για να μην πληρώνουμε τρεις φορές την Υγεία και όταν την χρειαζόμαστε να’ χουμε  ράντζα ουρές και φακελάκια..
·     Για να σταματήσει επιτέλους η Διαπλοκή.
·                    Για να’ χουν δουλειά οι νέοι μας.
·     Για να   βγούμε απ’ την αδιαφορία και τον ωχαδελφισμό, παίρνοντας εμείς τις αποφάσεις σ’ όλα τα προβλήματα και κερδίζοντας την υπευθυνότητα που τόσα χρόνια χαρίσαμε στους οχτρούς.   
·     Για να μπορέσουμε τελικά, να κοιτάξουμε τα παιδιά μας στα μάτια, όταν θα μας ρωτήσουν “κι εσύ τι έκανες;”

Κι όταν έρθει η ώρα να πληρώσουν οι υπεύθυνοι….
Όχι  εκτελέσεις …Όχι κρεμάλες….
Μα δήμευση περιουσιών  και έλεγχος μέχρι τρίτου βαθμού συγγένειας  σ’ όλους τους άρπαγες του Δημοσίου Χρήματος.
Και ποινές αγροτικής εργασίας. Να περιορισθούν σ’ αγροτικές περιοχές που θ’ αποφασίσει ο Λαός  κι εκεί να ζήσουν χωρίς καμιά βοήθεια έξωθεν, μ’ ότι μπορούν να βγάλουν απ’ τη Γή τα χέρια τους.
Εφ’ όρου ζωής.
Μπας και ξεπλυθεί η βρωμιά του πνεύματός τους , απ’ τον ιδρώτα της επιβίωσης.

Και δυο μαρμάρινοι όγκοι. Στην πλατεία του Ζητούμενου Συντάγματος. Εκεί μπροστά στη Βουλή.
‘Ένας  άμετρος κι άσχημος  Που  θα γεμίσει απ’ τις κατάρες των απελπισμένων με μαύρες χαρακιές
για τα ονόματά τους. Να θυμίζουν στους Αιώνες την Μεγάλη Ντροπή.
Κι ο άλλος, κάτασπρος.
Να το χαράξουν οι γενιές που θάρθουν και να σμιλεύσουν με Μέτρο κι Αρμονία  το δικό τους ‘Ονειρο .
Θραύοντας τις αλυσίδες  της ομηρίας.
Κι ελευθερώνοντας σ’ ένα φωτεινό συναπάντημα, παιγνίδισμα και φιλί, μαζί με τις ελπίδες μας, τον Δημιουργό που κρύβουμε μέσα μας.
“Για να πάρουνε τα όνειρα εκδίκηση.”

 2/7/2010                                                                             ΑΖΩΟΔΕΥΣ   

ΠΗΓΕΣ-ΑΝΑΦΟΡΕΣ

[1] Πλάτων , Πολιτεία, βιβλίο δεύτερο,369 B,C,D και βιβλίο όγδοο,543C
[2]. Στη μελέτη του, ο Χρ. Γιανναράς «Η απανθρωπία του Δικαιώματος», αποδεικνύει ότι τα κοινωνικά δικαιώματα, υπήρξαν προ-πολιτικές κατακτήσεις στην Αρχαία Ελλάδα. Δηλαδή  τα δικαιώματα στην εργασία , στην υγεία , στην ασφάλιση και στην παιδεία, ήσαν αναγκαίες προϋποθέσεις για να πάρει η κοινή προσπάθεια για την επιβίωση, δηλαδή η κοινωνία ,την οργάνωση ή τη μορφή της Πόλης.
[3]. Πλάτων, Πολιτεία, βιβλίον έβδομον 540Β, βιβλίον όγδοον 551D, Αριστοτέλης Πολιτικά, και Ηθικά Νικομάχεια Ε10 και Θ11και Θ12 «ο άρχων σκοπεί το συμφέρον του αρχομένου και όχι το αυτώ» και Πλάτων, Πολιτικός
[4]. Ησίοδος ,`Εργα και Ημέραι,274-280
[5]. Ο Ηρόδοτος στην Ερατώ δηλώνει ότι στα χρόνια της Ακμής δεν υπήρχε δούλος πουθενά στην Ελλάδα.
Η δουλεία φυσικά  παράγεται απ’ τη βία.   Αναφέρουμε για τον λόγο αυτό, τον διάλογο «Κρίτων» του Πλάτωνα, όπως και συναφή αποσπάσματα απ’ τον Διόδωρο Σικελιώτη,3,61,4-3,71,2-3,61,6 που συναρτούν τη βία με το Δίκαιο.
Το Δίκαιο στην Ελλάδα, όπως παρουσιάζεται  αιώνες πριν απ’ τον Αριστοτέλη στο  «`Εργα και Ημέραι» του Ησιόδου, είναι «άρνηση βίας». Το «αντιπεπονθέναι» δηλαδή η ανταπόδοση, αλλά χωρίς βία. Κι αυτό αποδεικνύεται συνεχώς κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων.
Σε  μια λαμπρή και διπλή νίκη των Ελλήνων.
Με πρώτη στα αγωνίσματα. Στον  Αθλητισμό. Εκεί που οι προγονοί μας δαμάζουν, τιθασεύουν  την έμφυτη επιθετικότητα, τη Βία ή τον  Άρη μέσα τους.
Χωρίς να καρφώνουν τ’  ακόντια ο ένας στον άλλο.
Μα πετώντας τα μακριά. .  Σε μια ευγενή άμιλλα..
Χωρίς να τρέχουν ο ένας για να κτυπήσει τον άλλο..
Μα τρέχοντας όλοι σε μια σειρά..Ποιός θα ρθει πρώτος..     
Κι η δεύτερη. Μια ανοικτή υπόσχεση. Στο Θεό που συμβολίζει το Δίκιο. Με την εκεχειρία.
Να μη σταματούν μόνο οι πόλεμοι. Να μην αναστέλλονται μόνο οι εκτελέσεις θανατοποινιτών.
Μα κάθε τέσσερα χρόνια , να ανανεώνουν με υπόσχεση τη Θέλησή τους ότι : «ναι, δεν τα καταφέραμε ακόμη, μα κάποια στιγμή θα διώξουμε εντελώς τη βία απ’ τη Πόλη μας».
Και μ’ αυτή τη σκοπιά ,αποκτούν εξαιρετικό ενδιαφέρον τ’ αποσπάσματα 1241b 15-25,και 1242a 29-32,απ’ το έργο του Αριστοτέλη Ηθικά Ευδήμεια: «Η Πόλη είναι είδος Δικαίου. Και τούτο διότι είναι Κοινωνία. Κάθε  κοινόν δε, συγκροτείται από Δίκαιο»
Αν αναρωτιέστε, «γιατί όλες αυτές οι αναφορές;», Η απάντηση είναι απλή.
Για να στοχεύσουμε στο κλειδί ερμηνείας του μεγάλου μας Πολιτισμού. 
Για να μπορέσουμε επιτέλους να βρούμε τον Εαυτό μας, έτσι όπως αναδύεται μέσα από την Ιστορία.
Κι αυτό να  είστε σίγουροι , δεν είναι καθόλου απλό.
Έχουμε μεγάλο αντίπαλο την επίσημη και κρατική αν θέλετε αντίληψη.
Αυτή που υποστηρίζει ότι η μεγάλη μας ακμή σημειώθηκε μετά τους Περσικούς Πολέμους.
Τότε όμως γεννιέται γι αυτούς  αμείλικτο το ερώτημα : « Πώς είναι δυνατόν ο Πολιτισμός που θεμελίωσε το  Δίκαιο ,την Ελευθερία και τον Ανθρωπισμό, να ακμάζει πάνω στη κοινωνική ντροπή της Δουλείας;»
Κι εμείς βέβαια γνωρίζουμε την απάντηση. Την έχει δώσει ήδη, ο Πατήρ της Ιστορίας στην «Ερατώ».
Αν τη κατανοήσουμε,  είναι δυνατόν να νιώσουμε κάτι απ’ την απόγνωση των μεγάλων μας Ποιητών:
Του Σοφοκλή, του Ευριπίδη του Αισχύλου.
Αυτών , που βλέποντας «το κακό  με δρασκελιές να πλησιάζει», μέσα απ’ τη βία και τις εμφύλιες διαμάχες
Προσπάθησαν  να φράξουν  την πορεία προς τη Κατάρρευση. Δίνοντας νέο περιεχόμενο ερμηνείας  σε παλιούς Μύθους κι αναπτύσσοντας αυτό που παγκόσμια σήμερα  όλοι θαυμάζουμε. Την Τραγωδία.
Χωρίς βέβαια να τα καταφέρουν. Χωρίς ν’ αποτρέψουν τη Παρακμή.
Διότι απλούστατα, ο  Πολιτισμός μας κατέρρευσε, όταν ο Δημιουργός του  το Πολιτικό  ‘Ον, αρνήθηκε την ανθρώπινή του ιδιότητα.
Όταν έδιωξε το Δίκαιο και κάλεσε τον Πόλεμο, όπως με κρυφή  απόγνωση και πίκρα μας παρουσιάζει ο Αριστοφάνης  στην «Ειρήνη». Όταν  επέλεξε την οδό του Άδικου  και της Βίας.
Βουλιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη Ζούγκλα των ορμών και της Ζωώδης του Πρωταρχής. 
[6].  Οι ορμές , -αυτοσυντήρηση , αναπαραγωγή , επιθετικότητα- είναι γνωστές στην Αρχαία Ελλάδα, πολύ πριν τις παρουσιάσουν οι Στωικοί και δώσουν την δυνατότητα στον Φρόιντ να θεμελιώσει τη Ψυχανάλυση.
Βασική στόχευση στην Παιδεία των Αρχαίων Ελλήνων υπήρξε η ανάδυση του Ανθρώπου μέσα απ’ τη ζωώδη του πρωταρχή.
Τα παιδιά δηλαδή, αφού κατά-λάβαιναν  την παρουσία των ορμών μέσα τους και την τεράστια γοητεία που ασκούν,  - αφού ένιωθαν δηλαδή την πείνα ,τη δίψα τον πανικό μπροστά στο θάνατο, τον έρωτα, την οργή την εκδικητικότητα - , με υποδείξεις των δασκάλων, αναρωτιόντουσαν «τι είναι;».                                            Και όταν έβλεπαν ότι για όλη τους τη ζωή, θα κουβαλούν μέσα τους τη Ζούγκλα, το ζώο, δηλαδή τις Ορμές μάθαιναν ότι έπρεπε να το τιθασεύσουν , να το δαμάσουν, και να γίνουν  όντα που κάνουν Πόλεις .              Να ξεχωρίσουν τη Πόλη τους απ ‘ αυτή τη ζούγκλα , να γίνουν δηλαδή πολιτικά όντα , ή να γίνουν Άνθρωποι.
Μ’ άλλα λόγια στην Ακμή του Αρχαίου Ελληνικού Κόσμου, ό  Άνθρωπος είναι το μεγάλο στοίχημα.
Δεν γεννιέται . Γίνεται. Αποκτώντας με την κατάλληλη Παιδεία ,το ‘Ηθος και τη Θέληση να δαμάσει τις Ορμές . Υπερβαίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη Ζωώδη του Πρωταρχή.
Τα Ηρωικά πρότυπα των νέων, συνέβαλλαν θετικά σ’ αυτή την εξέλιξη. Οι Συμβολισμοί των Θεοτήτων επίσης.




[7] Η   Βιοχημεία στα 2010  με την έρευνά της, καταγράφει  έκκριση ουσιών στον οργανισμό κατά τις επαναλήψεις συμπεριφορών. Ουσίες που δεν αποβάλλονται .Οι συγκεντρώσεις  τους, προσομοιάζουν με εσωτερικό κτίσιμο. Εθιζόμενοι σε συμπεριφορές παρόμοιες, δομείται κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα εσωτερικό οχυρό. Σμιλεμένο από την επανάληψη, από τον εθισμό ή από το Ήθος. Αυτό που ονόμασαν οι Έλληνες στην εποχή της μεγάλης Ακμής, Αξία.
Με άλλα λόγια, με εργαλείο με μυστρί αν θέλετε, την επανάληψη ή τον έθισμό δηλαδή  με το Ήθος, ο οργανισμός κτίζει μέσα μας κάτι που δεν φαίνεται με τα μάτια, αλλά υπάρχει, και ήρθε ο καιρός να προσδιοριστεί με τις μεθόδους της επιστήμης .Να μετρηθεί. Η Αξία. Σαν το  σύνολο των αιτιολογικών στηριγμάτων  των πράξεων.
(Πόσο σωστά στόχευσε ο Πλάτωνας όταν υποστήριζε ότι ο εθισμός των νέων σε συμπεριφορές αρετής θα οδηγήσει τη κοινωνία στο αγαθό. Και πόσο ανέντιμοι φαίνονται σήμερα όλοι αυτοί οι δήθεν, που απομάκρυναν τη Παιδεία από τα θεμέλια του Ήθους και των Αξιών. )

‘Όταν για παράδειγμα ένα παιδί  κατά τη παιδική του ηλικία νουθετείται συστηματικά, κατ’ επανάληψη, μόνιμα  με τον δρόμο του φόβου, τότε ένα τρομερό οχυρό σκοτεινιάς θα το συνοδεύει σ’ όλη του τη ζωή. Απαισιοδοξία ,θλίψη κατάθλιψη, φοβίες και κρίσεις πανικού είναι πιθανές .
Η  Ψυχιατρική οφείλει να ανακαλύψει τις μεθόδους θραύσης αυτού του οχυρού. Για να επαναφέρει στη ζωή του προσβεβλημένου  από την απαξία του φόβου ανθρώπου, την αισιοδοξία, το χαμόγελο, τη χαρά  και την αυτοπεποίθηση.
Όταν το παιδί εθίζεται σε υπομονή και επιμονή, τότε κτίζεται μέσα του ένα οχυρό που θα του επιτρέψει να υπομένει και να επιμένει, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες στη ζωή.
‘Όταν το παιδί εθίζεται σε συμπεριφορές Ελευθερίας και Δικαίου, τότε το οχυρό που κτίζεται μέσα του στέκεται ολόρθο και γράφει με αίμα όποτε χρειαστεί Θερμοπύλες . Όπως στο Φωτεινό  μας παρελθόν. Αλλά και στο  παρόν και στο μέλλον.
Θερμοπύλες με το ίδιο πάντοτε νόημα, ότι ο Άνθρωπος δεν γεννιέται .Γίνεται . Με το Ήθος της Λευτεριάς και του Δικαίου να  κτίζει, να  δομεί και να σμιλεύει μέσα του αυτό το οχυρό .
Το οχυρό που θα  επιτρέψει να παλέψουμε και να νικήσουμε τη  βία των ισχυρών της εξουσίας και τη σύγχυση των ιδεών που μας επιβάλλουν. Αποτρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το σχέδιο    της  δουλείας που ετοιμάζουν για μας.
 Το οχυρό που δεν είναι άλλο από τα Πρέπει στη ζωή του Ανθρώπου. Τις Αξίες .  Αυτές που ολοζώντανες στην εποχή της ακμής, άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους, δείχνοντας στις γενιές που θα έρθουν τον Δρόμο.
Σημάδια που προσπάθησαν  απεγνωσμένα οι εξουσιαστές των ανθρώπων να  σβήσουν.  Όπως με το κλείσιμο των Σχολών στα 529. Τότε που   δημιούργησαν   τον τρομερό για την Ανθρωπότητα Μεσαίωνα. Και νόμιζαν πώς τα κατάφεραν.
Τα σημάδια όμως ήσαν εκεί. Λαμπερά διαμάντια φωτός, Ελευθερίας και Δίκιου. Να οδηγούν τους Λαούς οκτώ αιώνες μετά στην Αναγέννηση και στο Διαφωτισμό. Να συντρίβουν τις αλυσίδες της Δουλείας με επαναστάσεις στην Αμερική στη Γαλλία, στην Ελλάδα .Και  με την Άνοιξη των Λαών να φτάνουν  στην αλλαγή  του 1917. Κι όμως..
Παρόλα αυτά. Σήμερα πάλι οι εξουσιαστές των ανθρώπων έχουν το πάνω χέρι.
Δεν κλείνουν τις Σχολές, αλλά πετούν τη Γνώση απ’ έξω. Αφαιρώντας από το μέσο πολίτη το κριτήριο της Επιστήμης.
Με ψέματα, παραπληροφόρηση, απόκρυψη, με Συντάγματα Ολιγαρχικά και ισχυρές κομματικές οργανώσεις επιτυγχάνουν  το σκοπό του ελέγχου. Τα Δικαιώματα, προ-πολιτικές κατακτήσεις  στην Αρχαία Ελλάδα να ρίχνονται στη πυρά. Και ένας τρόμος ανασφάλειας, ανεργίας και φτώχειας ν’ απλώνεται παντού.  Να σκηνοθετούν  Κρίσεις, όπου τί περίεργο. Όλα τα κράτη να  χρωστούν. Μα σε ποιόν ;……..
Τα σημάδια όμως παραμένουν στη θέση τους. Χιλιάδες χρόνια εκεί. Λάμποντας και δείχνοντας  το Δρόμο. Της Γνώσης για Ελευθερία και Δίκιο. Της Γνώσης που θα πυρπολήσει ξανά  τις ψυχές των Ανθρώπων και θα τους οδηγήσει να  ανατρέψουν για μια ακόμη φορά τα σχέδια των ισχυρών..
[8] Εάν το Πολίτευμα ήταν Δημοκρατία , έστω με αντιπροσώπους, θα έπρεπε το Σύνταγμα να προβλέπει:
1.Τη δυνατότητα του Λαού να αποφασίζει  στα μεγάλα προβλήματα. Άρα  να μπορεί ο Λαός να προκαλεί Δημοψήφισμα.
2. Την απαίτηση να πραγματοποιούν οι  αντιπρόσωποι τις προεκλογικές τους υποσχέσεις.
3.Τη δυνατότητα του Λαού να επιβάλλει ποινές στους αντιπροσώπους που δεν τηρούν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις.
Αντί γι αυτά όμως προβλέπει:
Με το άρθρο 44 .Να μη μπορεί ο Λαός να προκαλέσει Δημοψήφισμα για σημαντικό πρόβλημα. Παρά μόνο οι βουλευτές. (Δηλαδή Γιάννης κερνάει ,Γιάννης πίνει)
Με το άρθρο 60. Να ψηφίζει ο βουλευτής κατά συνείδηση.(Δηλαδή να μπορεί να γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του τις προεκλογικές του υποσχέσεις, δηλαδή το Λαό. Πάντα για κάποιο σοβαρό λόγο. Π. χ για τη κρίση
 Ή για  την απειλή από τη Τουρκία ή για το Δημόσιο Χρέος.. ή… ή … κλπ  )
Και με το άρθρο 61. Να μην διώκεται ποινικά ο αντιπρόσωπος για τη ψήφο του.(Δηλαδή εκ των προτέρων  αθωώνει τον βουλευτή, όταν μη τηρώντας τις υποσχέσεις εξαπατά το Λαό που τον έστειλε στη Βουλή , πληρώνοντάς τον πλου-σιοπάροχα για να τον εκπροσωπήσει .. Και κατ’ αναλογία αθωώνει και τα κυβερνώντα κόμματα όταν δεν πραγματο-ποιούν τη Περιβόητη Πολιτική για την οποία εξελέγησαν ..)….
Θαυμάστε….. ήθος  ….





Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Κοντογιώργης Γιώργος-Το ελληνικό πρόβλημα: το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση

Το ελληνικό πρόβλημα: το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση

E-mailΕκτύπωσηPDF
Γιώργος Κοντογιώργης
1. Το δραματικό περιεχόμενο με το οποίο σημάνθηκε η ελληνική κρίση ανάγεται ευθέως στον χαρακτήρα της. Ενώ στις άλλες χώρες (Ιρλανδία, ΗΠΑ κλπ) η οικονομική κρίση συνδέεται με την ανατροπή της ισορροπίας που επήλθε μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς στο παγκόσμιο σύστημα[1], στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι πρωτογενής αιτία της κρίσης. Η ελληνική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών, δεν ενεπλάκησαν ούτε άμεσα ούτε σχεδόν έμμεσα στη διεθνή κρίση. Το κράτος μετακύλυσε την κρίση στη χώρα, την εξέθεσε στο διεθνές (και ευρωπαϊκό) πεδίο και τη μετέβαλε σε «παίγνιο» και, ενπολλοίς, σε «πειραματόζωο» των εξελίξεων που συντελούνται σ’ αυτό.
Όντως, στις άλλες χώρες το πολιτικό σύστημα ενέχεται για την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας και αγοράς, με την ολοκληρωτική καθυπόταξη του κράτους στο διατακτικό της τελευταίας. Το κράτος όμως θα εξακολουθήσει να παρέχει υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, καθώς η κοινωνία παραμένει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον σκοπό της πολιτικής. Εξού και, στις άλλες χώρες, το κράτος είχε τη δυνατότητα και τη βούληση να αναλάβει τον ρόλο του διασώστη του οικονομικού συστήματος, λαμβάνοντας τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα. Αντιθέτως, στην ελληνική περίπτωση, η άρση των αιτίων της κρίσης ανεδείχθη σε διακύβευμα που συνέχεται ευθέως με τον χαρακτήρα του κράτους. Όντως, η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει την εξυπαρχής ανασυγκρότηση του κράτους και τον αναπροσανατολισμό του σκοπού της πολιτικής, ώστε να αναφέρεται στοιχειωδώς στο κοινό συμφέρον.
Για να κατανοήσουμε το «ελληνικό πρόβλημα» πρέπει να έχουμε επίγνωση του χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εγκαλείται για τη βαθιά ριζωμένη ιδιοποίησή του και, συνάμα, για τον εκφαυλισμό του κρατικού μηχανισμού από το πολιτικό προσωπικό και τις δυνάμεις της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής. Εγκαλείται επίσης για την εγκατάσταση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που διέρχεται από την «απο-συλλογικοποίηση» του κοινωνικού ιστού και, συγκεκριμένα, από την προσωπική εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό. Έχω αναλύσει αλλού την αιτιολογία της δυσπλασίας αυτής του νεοελληνικού κράτους και των στρεβλώσεων που συνεπάγονται στη λειτουργία του[2]. Περιορίζομαι να υπογραμμίσω απλώς ότι η παθογένεια αυτή δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Συνθέτει τη σταθερά του από τη δεκαετία του 1830. Η μεταπολίτευση, μπορεί να ορισθεί απλώς ως η ολοκληρωτική επιστροφή του πολιτικού συστήματος στο καθεστώς της φαυλοκρατίας /κομματοκρατίας του β’ ημίσεως του 19ου αιώνα. Το κράτος αυτό είναι ευθέως υπόλογο για την αποδόμηση του ιστορικού ελληνισμού και την παραρτηματική πρόσδεση της ελληνικής κοινωνίας στο ηγεμονικό σύμπλεγμα της Εσπερίας.
Η εγγενής αυτή παθογένεια του ελληνικού κράτους αποδίδεται, από την κρατική διανόηση, στην κοινωνία και στις κληρονομίες της. Η ελληνική κοινωνία, θα ισχυρισθεί, προσομοιάζει σε μια λατινοαμερικανικού τύπου περιφερειακή κοινωνία, που παρασύρει το κράτος σε μη «ευρωπαϊκές» συμπεριφορές. Περιττεύει να πω ότι η διάγνωση αυτή είναι στοχευμένη ιδεολογικά και, σε κάθε περίπτωση, ολοκληρωτικά εσφαλμένη. Το ελληνικό πρόβλημα είναι υπόλογο της αναντιστοιχίας του νεοτερικού κράτους προς το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας. Το κράτος αυτό ενσαρκώνει ολοκληρωτικά το πολιτικό σύστημα, περιάγοντας την κοινωνία στο καθεστώς του ιδιώτη. Κατά τούτο, προσιδιάζει σε προ-πολιτικές κοινωνίες, όπως οι δυτικοευρωπαϊκές που μόλις εξέρχονταν από τη δεσποτική φεουδαρχία, όχι όμως στην ελληνική, που στη μικρή κλίμακα των κοινών συγκροτούσε ως επί το πλείστον δήμο[3].
Θεμελιώδες γνώρισμα του νεοελληνικού κράτους, είναι ότι έχει αγκιστρωθεί επί της ελληνικής κοινωνίας ενείδει παρασίτου που κατέχει και απομυζά το παραγωγικό, πολιτισμικό και ιστορικό της υπόβαθρο. Συμβαίνει, μάλιστα, να χρεώνει την ιδιότητα αυτή στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, προκειμένου να την αποσείσει. Η παρασιτική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού από το κράτος εξηγεί τη χαοτική απόσταση που υπάρχει μεταξύ πολιτικού λόγου και πολιτικής πράξης, το γεγονός ότι ο δημόσιος ρόλος του κράτους σταματάει εκεί που έπρεπε να αρχίζει, ότι απουσιάζει από αυτό η έννοια της "δημόσιας" αποτελεσματικότητας, του ελέγχου και της κύρωσης του προσωπικού του, καθώς και της εφαρμογής της νομιμότητας. Έτσι, για παράδειγμα, από τη στιγμή που ψηφίζεται ο νόμος για την οδική κυκλοφορία, το κράτος εγκαταλείπει την εφαρμογή του στην "καλή θέληση" των Ελλήνων. Το ίδιο ισχύει ανεξαιρέτως σε όλους τους τομείς. Συγχρόνως, ο πολίτης για να απολαύσει τις υπηρεσίες που δικαιούται, όπως σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία, πρέπει να έχει "μέσον". Σε γενικές γραμμές, το κομματικό σύστημα, από διαμεσολαβητής της κοινωνίας και διαχειριστής του κράτους, λειτουργεί ως επικαρπωτής του. Η κομμματοκρατία, ως πολιτικό σύστημα, αποδίδει τη σταθερά του ελληνικού πολιτικού συστήματος και ορίζει το σκοπό των πολιτικών του κράτους[4].
Η κοινωνία, στην κομματοκρατία, δεν αντιμετωπίζεται ως η αιτία της ύπαρξης του κράτους, αλλά ως ο μείζων εχθρός που απειλεί το κεκτημένο της πολιτικής τάξης. Η κομματική αντιπαλότητα αποτελεί επιμέρους ζήτημα, που αφορά στη νομή του κράτους. Κατά τούτο, η έννοια του πολιτικού κόστους περιλαμβάνει αποκλειστικά την αντίδραση των ομάδων συμφερόντων που έχουν διαπλακεί με την πολιτική τάξη στη διαχείριση της εξουσίας και έχουν συνάψει ειδικά προνόμια μαζί της, με λάφυρο τη (δημόσια) περιουσία της κοινωνίας. Όταν αντιθέτως εγείρεται θέμα συμμόρφωσης της πολιτικής τάξης με την βούληση της κοινωνίας, οι φορείς της δηλώνουν με έπαρση, ότι δεν παρασύρονται από την δημοσκοπούμενη «κοινή γνώμη». Και αυτό είναι αληθές.

2. Στο πλαίσιο αυτό, σπεύδω να επισημάνω ότι η βαρύτητα της ελληνικής κρίσης και το κλίμα του αδιεξόδου που πλανάται πάνω από τη χώρα, συνέχεται με το γεγονός ότι από πουθενά δεν προκύπτει η πρόθεση της πολιτικής τάξης να την απαλλάξει από το καθεστώς της. Ο χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης, το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα, ο υπαίτιος της κρίσης, καλείται να βγάλει την χώρα από αυτήν, στοιχειοθετεί το αδιέξοδο της. Διότι η πολιτική τάξη ούτε νομιμοποιείται γι’αυτό ούτε έχει συμφέρον ούτε και τη σχετική πρόθεση, αφού θα σηματοδοτήσει το τέλος του ιστορικού καθεστώτος πάνω στο οποίο θεμελίωσε την ηγεμονία της επί της ελληνικής κοινωνίας. Εξού και δεν επέδειξε την παραμικρή μεταμέλεια έναντι της κοινωνίας.
Αξίζει να προσεχθεί ότι η διαπίστωση της κρίσης δεν οδήγησε στην κινητοποίηση του πολιτικού συστήματος για τη διάσωση της χώρας. Όλες οι δράσεις του πολιτικού προσωπικού προετοίμασαν το έδαφος για την υπαγωγή της σε διεθνή επιτροπεία. Με αποτέλεσμα, οι συνέπειες για την χώρα να γίνουν πολλαπλασίως επαχθέστερες. Στο νέο αυτό περιβάλλον, οι πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να προσποιούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται το πρόβλημα: ταξινομούνται στους υπέρ ή κατά του μνημονίου, ενώ διέρχονται εν σιωπή το ζήτημα της άρσης των αιτίων που οδήγησαν σ΄αυτό. Η κατάρρευση του κράτους επιχειρείται να εμφανισθεί ως υπόθεση ολίγων μηνών πριν ή μετά τις εκλογές, δηλαδή ως ευθύνη του ενός ή του άλλου κομματικού μονομάχου. Χωρίς να αμφισβητούνται οι ευθύνες του τέλους, είναι δεδομένο ότι τα θεμέλια της τωρινής κρίσης ανάγονται στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με ξεχωριστή την εμπλοκή των Α. Παπανδρέου, Κ. Σημίτη και Κ. Καραμανλή. Και οπωσδήποτε, ενέχεται σ'αυτήν το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων.

3. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η έξοδος από την κρίση έχει μεταβληθεί σε διακύβευμα εναλλαγής στην εξουσία και όχι σε πρόταγμα για τη σωτηρία της χώρας. Ο πολιτικός διάλογος οριοθετεί, όπως είδαμε, τους υπέρ ή τους κατά του μνημονίου και όχι την άρση των αιτίων του. Αν επιχειρήσουμε μια αποτίμηση των μέτρων που ελήφθησαν μετά το μνημόνιο -ή που προτάθηκαν από την αντιπολίτευση-, διαπιστώνουμε ότι έχουν όλα είτε μονοσήμαντο εισπρακτικό περιεχόμενο, με αποδέκτες τα συνήθη υποζύγια -τους εμφανείς φορολογούμενους- είτε ως μέτρο τη μετάλλαξη της εργασίας των πολιτών σε εμπόρευμα. Η ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος και του κράτους δεν εμπεριέχονται στις προγραμματικές πολιτικές των κομμάτων.
Η επίκληση ορισμένων όλως ενδεικτικών παραδειγμάτων διευκρινίζουν νομίζω επαρκώς το κλίμα αυτό. Παρατηρούμε ότι ο περιορισμός των δαπανών δεν περιλαμβάνει τους τομείς που θα έθιγαν το πολιτικό σύστημα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι η πάταξη της φοροδιαφυγής, η ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης ώστε να καταστεί αποτελεσματική, να εναρμονισθεί με το δημόσιο σκοπό της, να γίνει φιλική προς το πολίτη ή να συνδράμει την παραγωγική ανάταξη της χώρας, παρόλα όσο λέγονται, δεν περιλαμβάνεται στο πολιτικό πρόγραμμα της κομματοκρατίας.
Θα ανέμενε κανείς, ο περιορισμός των ελλειμμάτων να συνοδεύεται από μέτρα ανασύνταξης του θεσμού στον οποίο αναφέρονται, ώστε το όφελος που θα προκύψει από τον περιορισμό της σπατάλης και την πάταξη της διαφθοράς να αντισταθμίσει τις απώλειες, με την ποιοτική αναβάθμιση και την αποτελεσματικότητα του προσφερομένου έργου. Αυτό δεν συνέβη πουθενά. Ούτε στο στενό ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα . Και μάλιστα, παρά την ισχυρή πίεση της τρόικας, η οποία διαβλέπει στην εμμονή της πολιτικής τάξης να διατηρήσει ακέραιο το κεκτημένο της έναν μείζονα κίνδυνο για τα ζωτικά της συμφέροντα.
Παραμένει σημειολογικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πολιτικό προσωπικό δεν συναίνεσε, ούτε προσχηματικά, στη μείωση των απολαβών του, ενώ ο πολιτικός λόγος όλων των κομμάτων είναι πανομοιότυπος. Συμπεριφέρονται δηλαδή ως εάν η χώρα δεν βιώνει τη χειρότερη δοκιμασία από το 1922. Διαγκωνίζονται για την ενοχή των αντιπάλων, επιρρίπτοντας ο ένας την ευθύνη στον άλλον. Η συμφωνία όλων των κομμάτων στη διαφύλαξη, εν σιωπή, της ακεραιότητας του πολιτικού συστήματος, που συντηρεί την απόκοσμη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής και την αποπνικτική ατμόσφαιρα που σκεπάζει τη χώρα, είναι εντυπωσιακή.
Το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης και, συγκεκριμένα, της σύνδεσής της με τη δικαιοσύνη αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και τούτο διότι η εμμονή στην ολοκληρωτική ασυλία του πολιτικού προσωπικού υποδεικνύει τον αντίπαλο. Έναντι τίνος επιδιώκει να προστατευθεί η πολιτική τάξη; Προφανώς, έναντι της κοινωνίας. Η αλληλουχία αναχωμάτων προστασίας που έχουν υφανθεί με το Σύνταγμα, τους νόμους και την «πολιτεία» της Βουλής, ώστε να αποτραπεί ένας πιθανός έλεγχος της έκνομης συμπεριφοράς των μελών της, δεν έχει προηγούμενο στον σύγχρονο κόσμο. Ο πιο ευφάνταστος κακοποιός δεν θα είχε εφεύρει τόσους και τόσο περίτεχνους τρόπους προστασίας του. Προκαλεί ενδιαφέρον, εντούτοις, ότι ο τρόπος που η πολιτική τάξη διαχειρίζεται την εκτροπή από τη δημόσια λειτουργία της στο μέσον της κρίσης και της δημόσιας κατακραυγής που τη στοχοποιεί συλλήβδην ως λεηλατική και καταστροφέα της χώρας, δεν άλλαξε στο παραμικρό. Εν είδει παραδείγματος, αναφέρω ότι όχι μόνο δεν κατηγορήθηκε κανείς για την καταστροφή της χώρας, αλλά και οι ομολογημένες υποθέσεις σκανδάλων λαμβάνεται μέριμνα να κλείσουν με εύσχημο τρόπο και ανωδύνως. Ούτε λόγος να γίνεται για τον εγκλεισμό έστω και ενός πολιτικού προσώπου στη φυλακή, παρά την πίεση που ασκείται στο σύστημα από την κοινωνία και την τρόικα. Αν όλα τα δεινά που συσσώρευσε η πολιτική τάξη στην ελληνική κοινωνία, είχαν συμβεί στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου τουλάχιστον ο ηγετικός πυρήνας του κομματικού κατεστημένου, θα είχε αυτοκτονήσει από εντροπή ή έστω για να αποφύγει την ταπείνωση της φυλακής. Αντί άλλης αντίδρασης προσθέτω απλώς ότι τα κόμματα εισέπραξαν προκαταβολικά, στο μέσον της κρίσης, ατόφιες τις αποφασισθείσες από αυτά επιχορηγήσεις του κράτους, οι οποίες εκτιμάται ότι υπερβαίνουν, αναλογικά, κατά πολύ εκείνες των γαλλικών κομμάτων.
Στο γεγονός αυτό, πρέπει να συνεκτιμηθεί επίσης ότι η ασυλία αφορά μόνο στις αδικοπραγίες του ιδιωτικού βίου και στην κατάχρηση ιδίως δημοσίου χρήματος. Δεν καλύπτει την ευθύνη που προκύπτει από τις πολιτικές τους, οι οποίες τίθενται στο απυρόβλητο, υπεράνω του νόμου[5]. Ο πολιτικός δύναται να καταστρέψει τη χώρα και να το ομολογήσει, «αναλαμβάνοντας» την πολιτική ευθύνη. Δεν υπόκειται όμως στην δικαιοσύνη, ούτε αναγνωρίζεται στον πολίτη έννομο συμφέρον για τη βλάβη που υπέστη. Κατά τα λοιπά, το σύστημα ορίζεται ως αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικό[6].
Ενώ όμως ο πολιτικός αυτο-τοποθετείται ολοκληρωτικά στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης και, κατ'επέκταση, της κοινωνίας, στη συνέχεια την εγκαλεί ως διεπομένη από την «ψυχολογία του όχλου και της μάζας» και ως απειλή για τη "δημοκρατία ", όταν στην απελπισία της επικαλεσθεί το μόνο όπλο που της απομένει, την αυτοδικία. Το ερώτημα, στο πλαίσιο αυτό, παραμένει αναπάντητο: πώς δικαιολογείται, ο υπαίτιος της κρίσης να επιμένει ότι είναι ο μόνος αρμόδιος να θεραπεύσει το πρόβλημα, όταν μάλιστα δεν επιδεικνύει την παραμικρή μεταμέλεια, εξακολουθεί να διαφεύγει τον έλεγχο και, μάλιστα, συμπεριφέρονται με τον τρόπο που οδήγησε στην κρίση;

4. Η θεσμική αυτή θωράκιση της πολιτικής τάξης έναντι της κοινωνίας, συμβαδίζει με ανάλογες πολιτικές που δείχνουν ότι εννοεί να πορεύεται ως εάν δεν αποτελεί η ίδια το πρόβλημα ή με μοναδικό στόχο τη διατήρηση των προνομιών της. Έτσι, για παράδειγμα, ο πρόεδρος της Βουλής καλεί τους Έλληνες να εισφέρουν τον οβολό τους για την σωτηρία της χώρας, ενώ ο ίδιος συνεχίζει την φαύλη πολιτεία των προκατόχων του, αυξάνοντας αντί να μειώσει τον προϋπολογισμό της. Η υπουργός Παιδείας υπόσχεται μεταρρυθμίσεις στα ΑΕΙ σε επίπεδο «κορυφής», ομολογώντας ότι δεν προτίθεται να αγγίξει τον πυλώνα της κομματικής ιδιοποίησης των πανεπιστημίων, τις παρατάξεις, ενώ δεν κρύβει τη βαθιά δυσπιστία που τρέφει προς τις ανεξάρτητες εκείνες ακαδημαϊκές προσωπικότητες που ομολογουμένως θα τα οδηγούσαν στην έξοδο από την απαξία. Ο αρμόδιος υπουργός «προστασίας του πολίτη» δηλώνει με «καμάρι» ότι δεν θα παίξει το ρόλο του «σερίφη», εννοώντας προφανώς, ότι θα επαναφέρει την αστυνομία στο καθεστώς του ιδιότυπου «παρατηρητή» της δράσης των ιδεολόγων της καταστροφής και των παρασιτικών στοιχείων που ιδιοποιούνται τους δημόσιους χώρους, μεταβάλλοντας έτσι την πρωτεύουσα σε τριτοκοσμική πόλη. Ούτε το διάλειμμα «Χρυσοχοϊδη» φαίνεται ότι εμπνέει.

5. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι πολιτικές της κομματοκρατίας, οι οποίες όλες κατατείνουν στο να εγκιβωτίσουν την κοινωνία σε ένα καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου και στη διέλευση του (οικονομικού κλπ) βίου της από τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Επειδή βιώνουμε την οικονομική κρίση, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα παραδείγματα που αποκαλύπτουν την αγωνία της πολιτικής τάξης να αποκλείσει κάθε προοπτική απελευθέρωσης της κοινωνίας και, ιδίως να διατηρήσει τους μηχανισμούς της ιδιοποίησης ως σημαίνον γνώρισμα της σχέσης του πολίτη με το κράτος:
(α) το επιχειρηματικό κλίμα. Είναι πασιφανές ότι οι δουλείες στις οποίες υποβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα οφείλονται εξ ολοκλήρου στη διάθεση των νομέων του κράτους να ελεγχθεί με όρους ιδιοποίησης ο τομέας αυτός της οικονομίας. Να "μοιρασθεί" δηλαδή μαζί του το "επιχειρείν". Εάν υπήρχε η πολιτική βούληση, το ζήτημα θα είχε «αυθωρί» επιλυθεί. Όπως έχει επιλυθεί στις χώρες όπου το κράτος διατηρεί ακόμη μια ελάχιστη αίσθηση δημοσίου συμφέροντος.
Η άρνηση της πολιτικής τάξης να άρει το καθεστώς της κομματοκρατίας, που μεταβάλλει το κράτος σε δυνάστη της κοινωνίας, υποστηρίζεται ιδεολογικά με διατυπώσεις ενοχοποίησης της κοινωνίας («όλοι μαζί τα φάγαμε») ή με το επιχείρημα ότι η κοινωνία ζούσε υπεράνω των δυνατοτήτων της χώρας κ.α. Εντούτοις, μελέτες που εκπονήθηκαν σε ανύποπτη στιγμή, δηλώνουν ότι όχι μόνο δεν ζούσαμε υπεράνω των δυνατοτήτων μας, αλλ’ότι, εάν το κράτος επιδείκνυε στοιχειώδη προσήλωση στη δημόσια αποτελεσματικότητα και επολιτεύετο με πρόσημο το κοινό συμφέρον, το κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων θα ήταν ανάλογο εκείνου των Σκανδιναβών.
(β) Ένα άλλο, συναφές με το επενδυτικό κλίμα, παράδειγμα, αφορά στην αντιμετώπιση όχι απλώς της ιδιοκτησίας, άλλα της Ελλάδας ως κατοικημένης χώρας. Θα επικαλεσθώ τρία εξόχως χαρακτηριστικά μέτρα που δείχνουν ότι οι φορείς της πολιτικής τάξης αντιμετωπίζουν τη χώρα ως κατακτητές και όχι ως εντολοδόχοι της κοινωνίας. Ακραία περίπτωση αποτελεί η υπουργός ΠΕκΚΑ, για την οποία η κοινωνία αποτελεί την μείζονα απειλή για το περιβάλλον. Εξού και, κλεισμένη στο γραφείο της ομού με διάφορα οικολογικά παράσιτα που σιτίζονται από το κοινωνικό ταμείο, βυσσοδομούν σε βάρος της κοινωνίας.
Το πρόβλημα των «δασωθέντων» αγρών, που δημιούργησε η πολιτική τάξη, μετά τον πόλεμο, είναι γνωστό. Πρόκειται για τις αγροτικές ιδιοκτησίες, οι οποίες λόγω των ανατροπών που συνέβησαν στον ελληνικό χώρο παρέμειναν ακαλλιέργητες, για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από τον πόλεμο και εντεθέν. Τις περισσότερες φορές εξαιτίας των εμποδίων που όρθωνε η πολιτεία.
Το μείζον αυτό ζήτημα είναι πολυσήμαντο ως προς τις διαστάσεις του. Η πολιτική του διάσταση συναρτάται με αυτούς που έπαψαν να καλλιεργούν τους αγρούς τους. Ποιοί ήσαν αυτοί; Όσοι ενεπλάκησαν στην αντίσταση κατά του κατακτητή, οι ηττημένοι του εμφυλίου και πολιτικά διωκόμενοι στη συνέχεια, καθώς και τα θύματα της ανασύνταξης της οικονομίας. Έχει σημασία να επισημανθεί ότι το εφεύρημα της «δασικής έκτασης», συμβαδίζει με πλήθος άλλων πολιτικών μέτρων που κατέτειναν στην ανατροπή των κοινωνικών ισορροπιών στην ύπαιθρο και αποτέλεσε το μεγάλο κόλπο που οδήγησε στη διαρπαγή ή στην αιχμαλωσία της αγροτικής ιδιοκτησίας και, εναλλακτικά, στην καταστροφή των καλλιεργειών και των ομόλογων δασών (των ελαιώνων κλπ) που απέμειναν. Λειτούργησε δε ως καταλύτης για τη διαιώνιση της ερήμωσης της υπαίθρου και του αποκλεισμού της από τον οικιστικό και παραγωγικό ιστό της χώρας. Είναι όμως εξίσου γνωστό ότι η έννοια της «δασικής έκτασης», που αντιμετωπίζει τα θαμνώδη «αείφυλλα πλατύφυλλα» ως ιερά φυτά όπως οι Ινδοί τις αγελάδες, συνέβαλε καθοριστικά στη γενίκευση της συναλλαγής και της διαφθοράς στην ύπαιθρο.
Στη ρύθμιση αυτή, που επιβαρύνθηκε έτι περαιτέρω από την τωρινή υπουργό ΠΕκΚΑ, με αποτέλεσμα να έχει σταματήσει κάθε επενδυτική πράξη στην ύπαιθρο ή, αναλόγως, να έχει ανέβει το "λαδόσημο" στα ύψη, προστέθηκε από προηγούμενη υπουργό, η πρόνοια της αρτιότητας ενός κτήματος υπό τον όρο να έχει πρόσοψη 25 μέτρων σε δρόμο, υφιστάμενο προ του 1923. Συνάγω ότι η ρύθμιση αυτή θεωρεί ότι η Ελλάδα οφείλει να παραμείνει, εξεπόψεως υποδομών, στο καθεστώς του ΄23, διότι έτσι θα προστατευθεί το περιβάλλον! Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που επετεύχθη είναι να μπει και η πολεοδομία στο παιχνίδι της συναλλαγής, που είχε ανατεθεί έως τότε στο Δασαρχείο. Οι ανωτέρω εστίες διαφθοράς και στασιμότητας δεν είναι οι μοναδικές.
Το πλέον ενδιαφέρον, εντούτοις, επίτευγμα των νομέων του κράτους αφορά σε παράπλευρες ρυθμίσεις που συνέχονται με τις προστατευόμενες περιοχές («νατούρα»). Με πρόσφατη υπουργική απόφαση (sic) ορίζεται ότι σε απόσταση τελικά 350μ από τις ακτές -φυσικά και αλλού, πέραν των ακτών- η περιοχή μετατάσσεται στη ζώνη «υψηλής παραγωγικότητας» και διέπεται από τις σχετικές απαγορευτικές διατάξεις. Η πονηρά φύση των εχθρών της κοινωνίας βάφτισε τις κατά τεκμήριο άγονες και βραχώδεις περιοχές σε γαίες «υψηλής παραγωγικότητας» για να τις δημεύσει δωρεάν! Όλη σχεδόν η ενδιαφέρουσα οικονομικά Ελλάδα οφείλει να νεκρωθεί και οι κάτοικοί της να μετοικήσουν στα ορεινά ή να ξενιτευτούν για να επιβιώσουν. Η καταφανώς λεηλατική αυτή επιδρομή της υπουργού ΠΕκΚΑ προκύπτει, από τις μόλις πρόσφατες νομοθετικές της πρωτοβουλίες, ότι εγγράφεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, το οποίο εάν δεν εμποδισθεί θα ερημώσει τη χώρα. Τη στιγμή που η χώρα χάνεται το πολιτικό προσωπικό αναλώνεται στο προσφιλές του άθλημα: του εγκιβωτισμού της κοινωνίας στις δουλείες του κράτους με πρόσημο την ολοσχερή της βύθιση στην ανέχεια και στην αδυναμία.
Από τα ανωτέρω ολίγα, συνάγεται ότι η Ελλάδα ενδιαφέρει την πολιτική τάξη ως χώρος, όχι ως κοινωνία. Μια χώρα που άδειασε και ξαναγέμισε άπειρες φορές, δεν πρέπει να ξανακατοικηθεί. Παραγνωρίζει προφανώς ότι το περιβάλλον υπάρχει ως έννοια υπό τον όρο της παρουσίας της κοινωνίας εντός αυτού. Το περιβάλλον στον Άρη ουδένα ενδιαφέρει. Η απλή λογική διδάσκει ότι το περιβάλλον υπάρχει για την κοινωνία και δεν δύναται να διατηρηθεί χωρίς να γίνει φιλικό προς αυτήν. Η προστασία του δεν είναι συμβατή με την αποξένωση της κοινωνίας από αυτό ή από την ιδιοκτησία της, ούτε με την εξώθησή της να οδηγείται στην καταστροφή των ολίγων καλλιεργειών που απέμειναν, ούτε με την απαγόρευση της ανάπτυξης. Από τους "ταλιμπανιστές" του περιβάλλοντος η ιδέα της ένταξης του οικιστικού ιστού σ'αυτό ή η αρμονική ανάπτυξη των θεμελίων του σε συνάφεια με τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές λειτουργίες του παρόντος και του μέλλοντος είναι αποκρουστική και, σε κάθε περίπτωση, αδιάφορη. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι όλα τα μέτρα της υπουργού ΠΕκΚΑ αποβλέπουν στη διαρπαγή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, κανένα όμως στην προστασία των δασών, στην ανάπτυξη του δημόσιου δασικού πλούτου και, μάλιστα, στην αναδάσωση των ορεινών όγκων που καλύπτουν σαφώς το κύριο μέρος της χώρας.
(γ) Σταθερή επωδός που δικαιολογεί τη μονοσήμαντα αντικοινωνική πολιτική για την έξοδο από την κρίση είναι ότι το κράτος είναι διεφθαρμένο και, οπωσδήποτε, δεν προσφέρεται για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Αυτή καθεαυτή η επισήμανση ότι το ελληνικό κράτος είναι «μοναδικό σε δυσλειτουργικότητα» και το «πλέον σπάταλο και διεφθαρμένο δυτικό κράτος» συνέχεται με την «πολιτεία» της πολιτικής τάξης. Η εμμονή στη διατήρησή του όμως, σοβούσης της κρίσης, επιβεβαιώνει επίσης ότι η αιτία του κράτους αυτού δεν εξέλειπε. Διότι, όχι μόνο δεν ελήφθη ουσιαστικά κανένα μέτρο για την εξυγίανσή του, αλλά και μας διαβεβαιώνουν, με ποικίλους όσους τρόπους, ότι δεν προτίθενται να λάβουν. Όντως, η μόνιμη επωδός της πολιτικής τάξης εστιάζεται στην επισήμανση του προβλήματος, στην "απειλή" ότι θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι έναντι της τρόικας ή της υπηκόου κοινωνίας. Κορυφαίος υπουργός διετείνετο πρόσφατα ότι για τα κακώς κείμενα του κράτους φταίει ο μεγάλος αριθμός των βουλευτών και ο εκλογικός νόμος!!!..Τίποτε άλλο...
(δ) Η απουσία κάθε πολιτικής βούλησης για την ανάταξη του κράτους και τη διάσωση της κοινωνίας, διαπιστώνεται με κάθε σαφήνεια στην περίπτωση της φοροδιαφυγής. Αρκεί, νομίζω, ένα μόνο αλλά κραυγαλέο παράδειγμα, από τα πολλά που μπορεί να επικαλεσθεί κανείς. Υπό το προηγούμενο καθεστώς του ΦΜΑΠ αυτοί που υπέβαλαν δήλωση ήσαν ελάχιστοι σε σχέση με τους υπόχρεους. Η καθόλα ψευδής επίσημη εκδοχή ήταν ότι δεν υπήρχε τρόπος να ελεγχθούν. Έδωσαν, ωστόσο, εξαρχής στους φοροφυγάδες τη δυνατότητα να διαφύγουν τη δήλωση με την επίκληση της "υπεύθυνης δήλωσής" τους ότι το μέγεθος της περιουσίας που κατείχαν δεν υπερέβαινε το αφορολόγητο μέτρο. Σήμερα, εντούτοις, το πρόσχημα της αδυναμίας εξέλειπε αφού έχει διαμορφωθεί με το Ε9 περιουσιολόγιο και ανά πάσα στιγμή (δηλαδή αυτόματα, με βάση το ηλεκτρονικό σύστημα) μπορούν να ελεγχθούν όσοι είχαν υποχρέωση από το 1997 να υποβάλουν δήλωση ΦΜΑΠ και δεν το έπραξαν. Γιατί δεν το πράττουν; Η λύση είναι απλή: όσοι καλύπτουν τις προϋποθέσεις του ΦΜΑΠ σύμφωνα με το τωρινό Ε9 -με γνώμονα όμως τις πρόνοιες του τότε νόμου- να κληθούν να εξηγήσουν ποιά ήταν η κατάσταση της ακίνητης περιουσίας τους, από το 1997 έως την μεταβολή του νόμου. Γίνεται αντιληπτό ότι έτσι θα αποκατασταθεί η δικαιοσύνη -η ισότητα που προβλέπει το Σύνταγμα- και στα δημόσια ταμεία θα εισρεύσει χρήμα πολύ, αφού αυτοί που διέφυγαν την καταβολή του φόρου, αντιπροσωπεύουν ποσοστό πολλαπλάσιο εκείνων που υπέβαλαν δήλωση.

5. Ποια μπορεί να είναι η διέξοδος; Πρέπει να διευκρινίσω ότι η λύση δεν θα προέλθει από μια επανάσταση της κοινωνίας. Η κοινωνία επέδειξε την απέχθειά της προς το σύστημα και, στο πλαίσιο αυτό, το δρόμο της εξόδου από την κρίση με ποικίλους τρόπους: Με τη στοχοποίηση της κομματοκρατίας και της πολιτικής τάξης ως υπεύθυνων για την καταστροφή της. Με τη δήλωσή της σε ποσοστό 75% ότι θα εγκατέλειπε τη χώρα εάν είχε τη σχετική δυνατότητα. Με την αυξημένη εκλογική αποχή και τη διάθεση αυτοδικίας των πολιτών έναντι της πολιτικής τάξης.
Από την άλλη, είναι μάλλον «ουτοπικό» να αναμένει κανείς την υπέρβαση της δυναστικής κομματοκρατίας, με πρωτοβουλία της ίδιας της πολιτικής τάξης. Απομένει, επομένως, είτε η απόφαση ενός ηγέτη να υπερβεί εαυτόν και να πολιτευθεί ως εάν δεν αποτελεί μέρος της είτε η ολοκληρωτική κατάρρευση των επιλογών της, οπότε από τα συντρίμμια της χώρας θα μπορούσε να αναδειχθεί η διάδοχη κατάσταση. Η πρώτη εκδοχή μοιάζει μάλλον απίθανη αφού η πολιτική τάξη είναι δομικά ταυτισμένη με τη λογική της κομματοκρατίας, οι δε μηχανισμοί των διαπλεκομένων αναδεικνύουν πολιτικούς ηγέτες των οποίων το διαμέτρημα είναι απαγορευτικό για το εγχείρημα. Η δεύτερη λύση, πέραν του ότι δεν υποδεικνύει το αποτέλεσμα, εφόσον συνδυασθεί με ένα απονενοημένο διάβημα της κοινωνίας, ελέγχεται ως ικανή να οδηγήσει τη χώρα σε βαθύτερο αδιέξοδο.
Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση ατόφιου του κρατούντος πολιτικού συστήματος, προμηνύεται αφενός τη διαιώνιση του καθεστώτος κατοχής, στο οποίο υπεβλήθη η ελληνική κοινωνία σχεδόν με τη μετάβασή της στο κράτος έθνος, και αφετέρου, μη αναστρέψιμες απώλειες για τη χώρα.

6. Η επισήμανση αυτή δηλώνει ότι αντί, επομένως να κρύβεται κανείς πίσω από το μνημόνιο (και, συγκεκριμένα, το καθεστώς επιτροπείας, στο οποίο παρεδόθη ως μη όφειλε η χώρα και, μάλιστα, χωρίς διαπραγμάτευση), καλείται να λάβει ακαριαία μέτρα ανατροπής του καθεστώτος εσωτερικής κατοχής, στο οποίο εμμένει η πολιτική τάξη, απελευθερώνοντας την κοινωνία από τα πολυσήμαντα δεσμά της.
Επείγει ως προς αυτό:
(α) να ανασυγκροτηθεί το πολιτικό σύστημα, με γνώμονα την εγκαθίδρυση μιας θεσμικής ισορροπίας μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Ισορροπία, η οποία δεν είναι προφανώς εφικτή στο πεδίο της πολιτικής δυναμικής, δηλαδή εξωθεσμικά, και, οπωσδήποτε, με πρόσημο την εναλλαγή των φορέων της κομματοκρατίας στην εξουσία. Οι παραδοσιακοί τρόποι πολιτικής δράσης (η απεργία, η διαδήλωση κλπ) έχουν από καιρό ξεπερασθεί μαζί με τις συνθήκες που τους εισήγαγαν. Δεν αρκεί επίσης η επίκληση της δεοντολογίας («ότι οφείλει η πολιτική να αντιπροσωπεύει την κοινωνία»), για να λειτουργήσει το κράτος εν αρμονία με το κοινό συμφέρον. Είναι αναγκαία, εφεξής, η θεσμική ενσωμάτωση του σώματος της κοινωνίας των πολιτών και, σε κάθε περίπτωση, η συνεκτίμηση της κοινωνικής βούλησης, στην πολιτική διαδικασία. Απαιτείται γι’αυτό να θεσμοθετηθούν πρακτικές συναγωγής της συλλογικής βούλησης και ανάρτησής της στο πολιτικό διάλογο, έτσι ώστε να αποτελέσει διακύβευμα των πολιτικών του κράτους.
Η επιλογή αυτή εναρμονίζεται με τη γενικότερη εξέλιξη του κόσμου, δεδομένου ότι όσο η οικονομία αυτονομείται από το πολιτειακό περιβάλλον του κράτους και αναπτύσσει το διακύβευμά της διακρατικά, δηλαδή στο σύνολο κοσμοσύστημα, τόσο η κοινωνία θα επιδιώκει την εγκατάστασή της στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος για να αντισταθμίσει την αδυναμία της να επηρεάσει τις αποφάσεις του πολιτικού συστήματος. Η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας επάγεται προφανώς την κατάργηση όλων των πυλώνων της κομματοκρατίας, την άμεση υπαγωγή της πολιτικής στη δικαιοσύνη, την απόρριψη του ιδιοτελούς προτάγματος της «διακυβέρνησης», που αναδεικνύει την κατ'εφημισμόν «κοινωνία πολιτών»[7], αντί του σώματος της κοινωνίας των πολιτών, σε μέτρο του σκοπού της πολιτικής.
(β) να αναπροσδιορισθεί ο σκοπός του κράτους. Το γενικό/δημόσιο συμφέρον να υποκατασταθεί από το κοινό συμφέρον. Η έννοια του κοινού συμφέροντος προϋποθέτει, εντούτοις, την ανοικοδόμηση του κοινωνικού ιστού, στη βάση μιας ισχυρής συνεκτικής αρχής (ή συλλογικής ταυτότητας) που θα κινητοποιεί τα δημιουργικά αντανακλαστικά της κοινωνίας και θα τα ανάγει σε συλλογική βούληση. Ο συνδυασμός της αντιπροσωπευτικής προσομοίωσης της πολιτείας με την ισχυρή ταυτοτική συλλογικότητα, θα δημιουργήσει μια νέα σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που θα αποκλείει την πελατειακή εξατομίκευση της πολιτικής λειτουργίας. Η συνάντηση του σκοπού της πολιτικής με το βούληση/συμφέρον της κοινωνίας των πολιτών, προόρισται να μεταβάλει το κράτος, από δυνάστη της σύνολης κοινωνίας, σε αρωγό του πολίτη, σε εγγυητή της ζωής, της περιουσίας, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του.
(γ) η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας προϋποθέτει την εισαγωγή της αρχής του ελέγχειν του πολιτικού προσωπικού, δηλαδή την ολοσχερή κατάργηση της ασυλίας και την προσέγγιση της πολιτικής ευθύνης υπό το πρίσμα της δικαιοσύνης. Συνεπάγεται περαιτέρω την αναγνώριση στα μέλη της κοινωνίας των πολιτών δικαιώματος έννομου συμφέροντος, τόσο έναντι των φορέων του πολιτικού συστήματος όσο και των μελών της διοίκησης και της δικαιοσύνης.
Η καθιέρωση του δικαιώματος αυτού, συνάδει με την εισαγωγή της αρχής του «ελέγχειν» για το πολιτικό προσωπικό και τη διοίκηση, που θα ήταν αυτονόητη εάν το πολιτικό σύστημα προσομοίαζε στοιχειωδώς προς την αντιπροσώπευση. Αν μη τι άλλο, ο πολίτης δικαιούται να έχει λόγο στη διαχείριση της περιουσίας του, αυτής που εκχωρείται στο κράτος μέσω του δημοσιονομικού συστήματος. Δεν νοείται, επίσης, ο βλαπτόμενος από τις αρχές του κράτους πολίτης να μην δικαιούται να υποβάλει σε έλεγχο τον βλάπτοντα ή να αποζημιώνεται από το δημόσιο ταμείο που χρηματοδοτεί ο ίδιος και όχι από τον υπαίτιο. Με απλούστερη διατύπωση, οφείλει να καταργηθεί κάθε νόμος -περί [μη] ευθύνης υπουργών- και να εφαρμοσθούν οι κοινές περί δικαίου διατάξεις που διέπουν όλους τους πολίτες. Ο Αριστοτέλης και ο Πολύβιος μας πληροφορούν ότι στην αντιπροσώπευση και στη δημοκρατία τα εγκλήματα των πολιτικών τιμωρούνται αυστηρότερα επειδή βλάπτουν τους πολλούς. Δεν εξισώνονται με εκείνα των κοινών ανθρώπων και προφανώς δεν τίθενται στο απυρόβλητο. Οπωσδήποτε, είναι επιεικώς απαράδεκτο, οι ρυθμίσεις για την "πολιτική ευθύνη" των πολιτικών, να αποφασίζονται από τους ιδίους σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, η δε απόφαση για τη δίωξή τους και η εκδίκαση της υπόθεσης να ανήκει στους ίδιους.
(δ) Όπως είδαμε, το κράτος της κομματοκρατίας θεωρεί ότι ο ρόλος του τελειώνει εκεί όπου όφειλε να αρχίζει. Εξού και δεν θεωρεί ότι ανήκουν στις αρμοδιότητές του η έννοια της αποτελεσματικότητας και ο έλεγχος των υπηρεσιών του, η κύρωση για την εφαρμογή της νομιμότητας και για την εναρμόνισή του με το κοινό συμφέρον. Η αναστροφή της λογικής αυτής, συνδυάζεται με το γεγονός ότι το κράτος στο σύνολό του είναι άκρως αποτελεσματικό στη διαχείριση του κομματικού συμφέροντος και για την ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού. Το κράτος αυτό πρέπει να εκλείψει ακαρεί. Να ανασυγκροτηθούν εκ βάθρων η διοίκηση, η δικαιοσύνη, οι δυνάμεις της τάξης κλπ, με γνώμονα την ανταποκρισιμότητά τους στις ανάγκες της κοινωνίας. Να αποκτήσει ο κρατικός μηχανισμός επιχειρησιακή διάσταση, με μέτρο όχι ασφαλώς την "αγορά", αλλά τη δημόσια αποτελεσματικότητα και πρόσημο το κοινωνικό συμφέρον.
(ε) να καταργηθεί αμέσως το σύνολο της νομοθεσίας που δεσμεύει την ελευθερία της κοινωνίας και την μεταβάλει σε αναγκαστικό υποζύγιο της διαπλοκής και της διαφθοράς. Να γίνει σαφές στην πολιτική τάξη (και στην απολογητική νεοτερική διανόηση) ότι η οικονομική πολιτική που προάγει την εξουθένωση, την ταπείνωση και την περιαγωγή της κοινωνίας στην εργασιακή, εισοδηματική και ιδιοκτησιακή εξαχρείωση, προσήκει στο καθεστώς της ανομίας και στις σχέσεις δύναμης, που σταδιοδρομούν στην πρωτο-ανθρωποκεντρική φάση που διέρχεται η εποχή μας, όχι στην φύση της σύνολης εξέλιξης. Με άλλα λόγια, μια οικονομική πολιτική με πρόσημο την πρόοδο συνάδει με την απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ανάδειξη της «πολιτικής αγοράς», δηλαδή της κοινωνικής βούλησης, σε ρυθμίζουσα παράμετρο, από την οποία αντλούν λόγο ύπαρξης το κράτος και, φυσικά, η «οικονομική αγορά». Μια υπεροχή που απαιτεί την άρση της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους επί της κοινωνίας των πολιτών.

7. Οι ανωτέρω πολιτικές εισάγουν ως πρόκριμα ότι ο πολιτικός ηγέτης έχει επίγνωση του διακυβεύματος που εγείρεται ενώπιον του κόσμου στην εποχή μας και την βούληση να υπερβεί τη συγκυρία των συσχετισμών, αντί να παραμένει απλός διαχειριστής του κρατούντος συστήματος. Να γνωρίζει, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Ελλάδα, ότι η έξοδος από την κρίση, χωρίς την ανήκεστη συντριβή της, απαιτεί την εκ βάθρων ανασυγκρότηση του παρόντος κράτους, ως πολιτικού συστήματος και ως διοίκησης.
Είναι προφανές ότι η άρση της αιτίας της κρίσης και, εν προκειμένω, της κομματοκρατίας, δεν μπορεί να γίνει από μια κυβέρνηση που θα αποτελείται από κομματικά ενεργούμενα και «φίλους» ή συνεργούς της καταστροφής, αλλά από μέλη της κοινωνίας που αναγνωρίζονται για τη βαθιά γνώση του διεθνούς διακυβεύματος και του ελληνικού προβλήματος και των οποίων η «πολιτεία» εγγυάται την προσήλωσή τους στο κοινό συμφέρον και στην ελευθερία της. Η ανατροπή της κομματοκρατίας απαιτεί την παράκαμψη του συνόλου της πολιτικής τάξης, από την Αριστερά έως τη Δεξιά της πτέρυγα.
Η υπέρβαση αυτή, αφορά κατ’επέκταση και στο περιεχόμενο του προγραμματικού πολιτικού λόγου. Η επικέντρωση της συζήτησης στο δίλημμα υπέρ ή κατά του μνημονίου υποδεικνύει το δρόμο που θα επιλεγεί για την τελειωτική καταστροφή. Το διακύβευμα της υπέρβασης ανάγεται στην αναίρεση του δυναστικού κράτους που συντηρεί η κομματοκρατία και, υπό το πρίσμα αυτό, στην επανεξέταση του συνόλου των πολιτικών του.
Ευλόγως, λοιπόν, επανέρχεται το ερώτημα. Ποιός άραγε ο ηγέτης που θα αναλάβει την απελευθέρωση της κοινωνίας ή μήπως η τελευταία θα υποχρεωθεί να αναζητήσει, υπό το βάρος της κατάρρευσης, τρόπους για τη διάσωσή της; Διαπιστώσαμε ήδη ότι ο ηγέτης που θα οδηγήσει στην υπέρβαση της κομματοκρατίας δεν μπορεί να προέλθει από την κρατούσα πολιτική τάξη και τους διαπλεκομένους συγκατανευσιφάγους που την περιβάλλουν. Πριν από χρόνια, διαβλέποντας το αναπόφευκτο της καταστροφής, διατύπωνα την άποψη ότι η υπέρβαση του φαυλοκρατικού καθεστώτος θα γινόταν μόνο μέσα από το αδιέξοδο μιας μείζονος κρίσης, στην οποία θα οδηγείτο τελικά η χώρα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας και των δυνάμεων της διαπλοκής που τη στηρίζουν, είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία δημιούργησε ένα επαρκώς ανθεκτικό μείγμα, αποτρεπτικό στην εκκόλαψη του νέου. Εξού και οι επιπτώσεις της κρίσης θα είναι για τη χώρα οδυνηρές.
Η άποψη που διατυπώνουν ορισμένοι ότι είναι δυνατή η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση του κρατούντος πολιτικού συστήματος και μέτρο τον εξαναγκασμό του από την τρόικα σε μεταρρυθμίσεις είναι κατά τη γνώμη μου εξίσου εσφαλμένη. Διότι η έξοδος αυτή, πέραν του ότι μεταθέτει το βάρος αποκλειστικά στην κοινωνία, θα διαιωνίσει το καθεστώς της κατοχής της και θα συνοδεύεται από το στίγμα της βέβαιης υποτροπής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προοπτική αυτή είναι, από τη φύση της, επικίνδυνη, αφού υπονοεί ότι το συμφέρον της κοινωνίας συνάδει με εκείνο των ξένων δυνάμεων και όχι με το εθνικό της κράτος.

8. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση είναι διεθνής. Όμως, η Ελλάδα κάνει τη διαφορά. Η τωρινή κρίση προστίθεται στην αλυσίδα σειράς καταστροφών που επισώρευσε το νεοελληνικό κράτος επί της ελληνικής κοινωνίας. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι η κρίση αυτή προετοιμάσθηκε ιδεολογικά, τα τελευταία χρόνια, από την κρατική διανόηση, ενόσω η λεηλατική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού και η ομηρία της κοινωνίας, έπαιρναν εμφανείς διαστάσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά στη βούληση και το συμφέρον της κοινωνίας εξομοιώθηκε με τον λαϊκισμό, η δε επίκληση της εθνικής συλλογικότητας ως αναχώματος στην καθυπόταξη του κράτους στις «νομοτέλειες» της ιδιωτικής οικονομίας, ενοχοποιήθηκε ως ταυτολογία του εθνικισμού. Τα «δικαιώματα» αποτέλεσαν το επιχείρημα για την ολοκληρωτική επίθεση της κρατικής διανόησης εναντίον της ελευθερίας της κοινωνίας και, περαιτέρω, για την υποβάθμιση της εργασίας του πολίτη στην κατηγορία του εμπορεύματος. Μια ομοβροντία δημοσιευμάτων προέβαλαν, την περίοδο αυτή, τον κίνδυνο που στοιχειοθετούσε η «πλειοψηφία» για τα δικαιώματα. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι η «πλειοψηφία», η οποία κινητοποιεί τα ολιγαρχικά αντανακλαστικά της κρατικής διανόησης, συνέχεται με την εγκιβωτισμένη στον ιδιωτικό χώρο κοινωνία και όχι, προφανώς, με μια πολιτειακά δομημένη (ως δήμος) κοινωνία των πολιτών, διαθέτουσα, ως εκ τούτου, ιδίαν θεσμική βούληση. Η προοπτική ακριβώς αυτή είναι που τρομάζει τις δυνάμεις της (πνευματικής και πολιτικής) ολιγαρχίας, δεδομένου ότι η πολιτειακή δόμηση της κοινωνίας των πολιτών είναι απολύτως αναιρετική της διαπλοκής των ομάδων συμφερόντων με την πολιτική εξουσία και, προφανώς, του δυναστικού κράτους της κομματοκρατίας.
Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τον τρόπο προσέγγισης της κρίσης, επιβεβαιώνουν ότι η κατεστημένη άρχουσα τάξη δεν είναι προετοιμασμένη να επεξεργασθεί πολιτικές ολικής ανατροπής του φαυλοκρατικού καθεστώτος της κομματοκρατίας, εναρμονιζόμενη με την Ελλάδα της δημιουργίας και του πολιτισμού, κυρίως δε προς έναν κοινωνικό σκοπό της πολιτικής, που θα διαρρήγνυε τη σχέση της με εδραιωμένα συμφέροντα και πολιτικές νοοτροπίες δυναστικού τύπου.
Αυτός είναι ο λόγος που με κάνει να επιμένω ότι η λύση στο ελληνικό πρόβλημα δεν διέρχεται από την εναλλαγή στην εξουσία, ουδέ καν από την παράκαμψη του πολιτικού προσωπικού που λειτουργεί την παρούσα κομματοκρατία. Διότι στη θέση της θα εγκατασταθεί μεσοπρόθεσμα, μόλις καταλαγιάσει η κρίση, μια άλλη, δυναστική πολιτική τάξη. Η λύση έγκειται στη μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Η οποία θα διέλθει αποκλειστικά από την αναίρεση του προ-αντιπροσωπευτικού κράτους, το οποίο, όντας αναντίστοιχο με το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, οδηγεί στην κομματοκρατία. Ο εκσυγχρονισμός αυτός του πολιτικού συστήματος της χώρας μπορεί να επισυμβεί μόνο με τη θεσμική ενσωμάτωση της κοινωνίας των πολιτών –ή, κατ’ελάχιστον, της κοινωνικής βούλησης- στην πολιτεία, δηλαδή με την αντιπροσωπευτική προσομοίωση του πολιτικού συστήματος.
Τα ανωτέρω, μας επαναφέρουν, επομένως, στην αρχική μας διαπίστωση ότι η αιτία της κρίσης προδικάζει και το αδιέξοδο της χώρας. Διότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας -και των δυνάμεων της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής που τη στηρίζουν- είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία ενίσχυσε την ανθεκτικότητα του μείγματος που λειτουργεί αποτρεπτικά στην εκκόλαψη του νέου. Παρουσιάζεται έτσι το φαινόμενο, εκείνοι που οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή να εμφανίζονται ως τιμητές και, μάλιστα, να επιμένουν ότι αυτοί είναι οι μόνοι κατάλληλοι να την σώσουν. Δεν αναλογίζονται ότι με τον τρόπο αυτό επιβαρύνουν περαιτέρω τη θέση τους καθώς ομολογούν ότι οδήγησαν τη χώρα στην κρίση εν επιγνώσει. Όλα δείχνουν ότι η παρούσα θέση της χώρας προσομοιάζει πλήρως με εκείνη του 1897[8].
Σε κάθε περίπτωση, η διαιώνιση της αναντιστοιχίας αυτής μεταξύ του πρωτο-ανθρωποκεντρικού κράτους της νεοτερικότητας με το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, εξηγεί γιατί ο ελληνισμός δεν συνήλθε ακόμη από τις συνέπειες της ήττας που ολοκληρώθηκε με την είσοδό του στο κράτος έθνος. Το παρήγορο του πράγματος, έγκειται, ωστόσο, στο ότι η ίδια η νεοτερικότητα έχει αρχίσει, αμυδρά, να διακρίνει στην αναντιστοιχία αυτή, την αιτία του δικού της προβλήματος[9].
Αθήνα, 14.01.2011
[1] Για τον χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης, την οποία αναγγείλαμε με κείμενο μας το 2007, όπως και για την ιδιαιτερότητα της ελληνικής κρίσης, βλέπε το βιβλίο μου, 12/2008. Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος, Εκδόσεις Ιανός, Αθήνα, 2009, σελ. 9-102, 193 επ..
[2] Σε πλήθος έργων μου παλαιόθεν, όπως στα Histoire de la Grèce, Éditions Hatier, Παρίσι, 1992. "Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας," στο Η Μελέτη, τ. Ε΄, Αθήνα, 2010, σελ. 545-565. "Το διακύβευμα της μικρασιατικής εκστρατείας και οι σταθερές του νεοελληνικού κράτους" κ.α.
[3] Βλέπε σχετικά το έργο μου, Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Παρουσία, Αθήνα, 2008.
[4] Βλέπε σχετικά στο έργο μου, "Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα", στο Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, Πατάκης, Αθήνα, 2007, σελ. 689 επ.
[5] Περισσότερα, στα κεφάλαια, "Δικαιοσύνη και πολιτικό σύστημα" και "Διαφθορά και πολιτικό σύστημα" του βιβλίου μου, Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.
[6] Όπως έχω καταδείξει στο ανωτέρω έργο μου, το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικό ούτε πολλώ μάλλον δημοκρατικό. Και σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται να είναι και τα δυο, αφού αυτά μεταξύ τους είναι ασύμβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συνυπάρξουν.
[7] Δηλαδή τις συντεταγμένες ομάδες που διακινούν επιμέρους συμφέροντα, νέμονται το δημόσιο αγαθό και υπαγορεύουν το περιεχόμενο του πολιτικού κόστους. Για το μείζον αυτό ζήτημα, που σχεδιάσθηκε για να υπηρετήσει αυθεντικά την πολιτική κυριαρχία της αγοράς, βλέπε το οικείο κεφάλαιο στο βιβλίο μου Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.
[8] Αρκεί να αντιμεταθέσει κανείς το χρόνο και το περιεχόμενο της κρίσης για να πιστοποιήσει ότι πόσο η σημερινή πραγματικότητα δεν άλλαξε στο παραμικρό από εκείνη του 1897. Βλέπε σχετικά το έργο μου "Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας", όπ.παρ.
Πολλά από τα παραπεμπόμενα κείμενα στο εδώ πόνημα, ο αναγνώστης μπορεί να τα αναζητήσει στην ιστοσελίδα του συγγραφέα. "http://contogeorgis.blogspot.com" ή απλώς "κοσμοσύστημα